ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
τ. 1028 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού ανοίγει την Εκκλησία στο μέλλον

 

Β΄ Βατικανή Σύνοδος

Εποχή συμφιλίωσης και διαλόγου

Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού συνεκλήθη από τον Ιωάννη ΚΓ΄ το 1962. Συγκέντρωσε τον πρωτοφανή αριθμό των 2.500 περίπου επισκόπων και για πρώτη φορά προσκλήθηκαν και μη Καθολικοί παρατηρητές (μεταξύ άλλων και στελέχη του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, θεολόγοι του κύρους του O. Cullman), οι οποίοι ανέλαβαν όλο και πιο σημαντικό ρόλο άτυπων συμβούλων ιδίως σε θέματα οικουμενισμού. Στην αρχή, τα κείμενα που οι διάφορες επιτροπές προετοίμασαν δεν προσέφεραν τίποτα το νέο ή το αξιόλογο και γι’ αυτό απεστάλησαν πάλι προς εξέταση. Αυτό δείχνει πως τουλάχιστον οι οργανωτές της Συνόδου δεν προέβλεπαν πού αυτή έμελλε να οδηγήσει.

Στις δέκα συνελεύσεις της Συνόδου ψηφίστηκαν δεκαέξι όροι και διατάγματα. Ορισμένα από αυτά ήταν καίριας σημασίας για τη σύγχρονη Εκκλησία.

Συγκεκριμένα, ο Συνοδικός Όρος “Lumen Gentium” ανανεώνει την εκκλησιολογία, ξεπερνώντας με μια πιο πνευματική θεώρηση τη νομική αντίληψη της Εκκλησίας. Αναγνωρίζει το διαφορετικό ρόλο των ποικίλων «χαρισμάτων» μέσα στην Εκκλησία και ανοίγει νέες δυνατότητες στους λαϊκούς, ενώ επανακαθορίζει τη σχέση των επισκόπων με τον επίσκοπο Ρώμης. Ο Συνοδικός Όρος “Sacrosanctum Concilium” ανανεώνει εκ βάθρων τη λειτουργική ζωή. Αντικαθιστά τα λατινικά με τις τοπικές γλώσσες και δίνει μεγαλύτερη θέση στην Αγία Γραφή μέσα στη λειτουργία. Ο πολυσυζητημένος επίσης Όρος “Gaudium et Spes” ή «Η Εκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο» θίγει με εξαιρετικά ευρύ πνεύμα και με αισιοδοξία μια σειρά νέων προβλημάτων, όπως η αδικία και η δικαιοσύνη στον κόσμο, οι εξοπλισμοί, οι υποχρεώσεις των πλούσιων κρατών προς τον Τρίτο Κόσμο, η ειρήνη κ.λπ. Ο Όρος αναγνωρίζει την αλήθεια και τις προσπάθειες για την πρόοδο του ανθρώπου που συντελούνται και εκτός της Εκκλησίας. Θέλει να τις ενθαρρύνει και να συνεργαστεί με αυτές. Όταν η Εκκλησία ομολογεί πως μπορεί και να διδαχθεί από τα θετικά που διαπιστώνει στον κόσμο για να εκπληρώσει καλύτερα την αποστολή της, τότε ανοίγεται αληθινά στο διάλογο, αλλά η στάση αυτή θα προκαλέσει και μια κρίση ταυτότητας, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Ο Δογματικός Όρος “Dei Verbum”, δογματικό κείμενο που αφορά στη Θεία Αποκάλυψη, θέτει σε νέο πλαίσιο την ερμηνεία των Γραφών και της Παράδοσης και ξεπερνά τα προβλήματα που έθεσε η κριτική μελέτη της Βίβλου, ζήτημα που επί έναν αιώνα ήταν η πέτρα του σκανδάλου στην καθολική θεολογία.

Το Διάταγμα “Unitatis Redintegratio” ανοίγει τις πόρτες στη συνεργασία και στο διάλογο με τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες, ανατρέποντας συγκρούσεις αιώνων τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Η στάση αυτή αποκαλύπτει και μια εξέλιξη στην καθολική εκκλησιολογία, εφόσον αυτή αναγνωρίζει πως η χάρη του Χριστού ενεργεί και στις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες. Το άνοιγμα αυτό και ο διάλογος επεκτάθηκε και προς τις άλλες θρησκείες, ιδιαίτερα προς τον Ιουδαϊσμό, παρά την έντονη αντίδραση μιας μειοψηφίας στη Σύνοδο. Το Συνοδικό Διάταγμα “Perfectae Caritatis” αναφέρεται στην πνευματικότητα και την οργάνωση της αφιερωμένης ζωής των μοναχών. Ακόμη, το Διάταγμα “Orientalium Ecclesiarum” αναφέρεται στις Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες με πρόθεση να αναβαθμίσει το ρόλο τους μέσα στην Καθολική Εκκλησία, το Διάταγμα “Christus Dominus” αναφέρεται στο ρόλο και στην υπόσταση του επισκοπικού θεσμού, το Διάταγμα “Inter Mirifica”, ένα σύντομο κείμενο, τονίζει τη σημασία των μέσων ενημέρωσης και επικοινωνίας, το Διάταγμα “Optatum Totius” αναφέρεται στην πνευματική και επιστημονική παιδεία των ιερέων, το Διάταγμα “Ad Gentes” για το ιεραποστολικό έργο της Εκκλησίας, το Διάταγμα “Apostolicam Actuositatem” αναφέρεται στη θέση των λαϊκών μέσα στην Εκκλησία και το Διάταγμα “Presbyterorum Ordinis” για τη ζωή και το έργο των ιερέων.

Τρεις ακόμη Διακηρύξεις συμπληρώνουν το έργο της Συνόδου: η “Dignitatis Humanae”, η οποία αναφέρεται στη θρησκευτική ελευθερία και στο σεβασμό της συνείδησης, θέση που ανατρέπει πρακτική και νοοτροπία αιώνων, η Διακήρυξη “Nostra Aetate” η οποία θέλει να προωθήσει το διάλογο και τη συνεργασία μεταξύ των μεγάλων θρησκειών για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη στον κόσμο και τέλος η “Gravissimum Educationis” για τη χριστιανική παιδεία.

Οι αποφάσεις και οι κατευθύνσεις της Συνόδου ήταν εξαιρετικά τολμηρές και αισιόδοξες. Στην τελετή λήξης της Συνόδου, το Δεκέμβριο του 1965, όλοι ήταν ευχαριστημένοι εκτός από τη μειοψηφία μερικών επισκόπων που είχαν καταψηφίσει τις αποφάσεις της Συνόδου. Το δύσκολο έργο της εφαρμογής των αποφάσεων αυτών έπεσε στον Παύλο ΣΤ΄, ο οποίος αφιέρωσε την αρχιερατεία του στο σκοπό αυτόν. Η συνέχεια απέδειξε πόσο αφελές ήταν να πιστεύει κανείς πως η εφαρμογή αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ομαλά.

Η λειτουργική μεταρρύθμιση προκάλεσε λειτουργικό χάος. Ουσιαστικά κάθε τοπική Εκκλησία έπρεπε να επινοήσει ένα νέο τυπικό. Έργο τεράστιο. Οι αυτοσχεδιασμοί και οι επιπολαιότητες θα αποτελέσουν ένα μεγάλο πρόβλημα ώσπου μετά από είκοσι χρόνια να εκπονηθεί ένα νέο τυπικό, νέοι ύμνοι, νέα κείμενα. Ξανάρχισε όμως μια παραγωγή που δεν έπρεπε ποτέ να είχε σταματήσει και απέκτησε πάλι η λατρεία της Εκκλησίας τον παιδαγωγικό της ρόλο. Ανοίγοντας τις πόρτες του διαλόγου προς κάθε κατεύθυνση, νέες ιδέες εισέρχονται μέσα στην Εκκλησία, σε σημείο που να προκληθεί μεγάλη σύγχυση ως προς τη διδασκαλία και τις θέσεις της Εκκλησίας.

Παράλληλα, ο δυτικός κόσμος ζει μια σημαντική εξέλιξη που από πολλές δεκαετίες προετοιμαζόταν: το πέρασμα σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία. Οι επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης θα συγκλονίσουν την Εκκλησία. Η κοινωνική αυτή αλλαγή φανερώνεται με πολλές ταραχές ιδιαίτερα της νεολαίας στα πανεπιστήμια. Εξέχουσα θέση έχει ο Μάης του 1968 στο Παρίσι. Οι φοιτητικές ταραχές κατά το Μάη του 1968 δεν είναι μόνο μια φοιτητική εξέγερση. Είναι ένα σύμπτωμα μιας ευρύτερης πολιτιστικής επανάστασης.

Το κύμα αυτό της αμφισβήτησης και της εκκοσμίκευσης βρήκε τις πόρτες της Εκκλησίας ανοιχτές και εισχώρησε με βιαιότητα. Επίπτωση της εκκοσμίκευσης της δυτικής κοινωνίας ήταν η κάθετη πτώση σε αριθμούς και ποσοστά των πιστών και των ιερέων, ενώ κατά εκατοντάδες οι ιερείς εγκατέλειπαν το ιερατικό σχήμα. Μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, ο Παύλος ΣΤ΄ δήλωσε κάποτε: «Περιμέναμε μετά τη Σύνοδο να ξημερώσει μια μέρα ηλιόλουστη για την Εκκλησία. Βρεθήκαμε όμως μέσα στη χειρότερη καταιγίδα». Χρειάστηκε να επιστρατευθούν όλες οι δυνάμεις του Καθολικισμού και όλο το κύρος του παπικού θεσμού στη συνείδηση των Καθολικών για να αντεπεξέλθει η Καθολική Εκκλησία στη σύγχυση και στους κλυδωνισμούς της μετασυνοδικής εικοσαετίας. Ήταν όμως ένα βήμα αναγκαίο και σωστό.

Τελειώνοντας, θα ήταν χρήσιμο να δούμε έστω και επιγραμματικά τα μεγάλα θέματα που απασχολούν σήμερα την Καθολική Εκκλησία.

Στα εσωτερικά της Εκκλησίας, νέες δυνάμεις εμφανίστηκαν μετά τη Σύνοδο, όπως οι λαϊκοί, τα γυναικεία κινήματα, οι τοπικές παραδόσεις και τα διαφορετικά θεολογικά ρεύματα. Η συγκεντρωτική δομή της Καθολικής Εκκλησίας και οι νέες αυτές δυνάμεις αναζητούν μια ισορροπία την οποία δεν έχουν ακόμη βρει. Αυτό φαίνεται και στην επιστολή διαμαρτυρίας Καθολικών θεολόγων, πριν έξι χρόνια, που άρχισε στα γερμανικά πανεπιστήμια και επεκτάθηκε σε όλη την Ευρώπη. Στην επιστολή αυτή οι θεολόγοι εξέφραζαν τη διαφωνία τους με τον τρόπο διαποίμανσης του Ιωάννη Παύλου Β΄ σε ορισμένους τομείς και ιδιαίτερα σε σχέση με το διδασκαλικό τους διακόνημα μέσα στην Εκκλησία.

Η εκκοσμίκευση του προηγμένου βιομηχανικώς κόσμου έχει οδηγήσει σε αποχριστιανισμό πληθυσμούς με μεγάλη χριστιανική παράδοση. Η Εκκλησία πρέπει να μιλήσει σήμερα σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί ο αγνωστικισμός και η θρησκευτική αδιαφορία.

Η Λατινική Αμερική αναπτύσσει τη δική της θεολογική σκέψη, τη θεολογία της απελευθέρωσης. Αυτή τονίζει πως σε μια κοινωνία όπου κυριαρχούν απάνθρωπες μορφές αδικίας και ανισότητας, το χριστιανικό μήνυμα δεν μπορεί να εννοηθεί παρά σαν ολοκληρωτική απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε είδους σκλαβιά και κακό. Η αμαρτία, κατά συνέπεια, που ο χριστιανός πρέπει να απορρίψει δεν είναι μόνο η ατομική αμαρτία, αλλά και η κοινωνική αδικία, οι κοινωνικές δομές και νόμοι που αποκρυσταλλώνουν και θεσμοποιούν την κυριαρχία της βίας και του χρήματος. Η αλλαγή ή ανατροπή των συλλογικών μορφών της αμαρτίας είναι καθήκον των χριστιανών και αποτελεί μέρος του χριστιανικού ευαγγελισμού.

Η προσπάθεια ανοίγματος της θεολογίας στις τοπικές παραδόσεις και πολιτισμούς άνοιξε για την Εκκλησία έναν απέραντο χώρο. Η χριστιανική πίστη, η λατρεία και η πρακτική πρέπει να προσαρμόζονται στον τοπικό πολιτισμό. Επινοήθηκε και ένας νέος όρος για την προσαρμογή αυτή: inculturation. Για να γίνει αυτό χρειάζεται μια δημιουργική εργασία που να μην καταλήγει όμως στο συγκρητισμό ούτε να ακρωτηριάζει τη χριστιανική αλήθεια. Για τους Καθολικούς της Αφρικής και της Ασίας, και για πολλά χρόνια ακόμη, θα είναι ένα από τα κυριότερα καθήκοντα.

Η ηθική θεολογία έχει να μελετήσει ορισμένα βασικά ηθικά θέματα που αφορούν και στην πορεία όλης της ανθρωπότητας. Οι νέες δυνατότητες της γενετικής και της βιολογίας θέτουν εντελώς νέα ερωτήματα στην κοινωνία και στην Εκκλησία. Η διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλούσιων και φτωχών κρατών βαραίνει όλο και περισσότερο στις τύχες του κόσμου. Η στάση μας απέναντι στο οικολογικό πρόβλημα θα επηρεάσει τη ζωή των επόμενων γενεών. Η Ευρώπη, ανατολική και δυτική, έχει ανάγκη από αξίες και από ένα νέο πνεύμα ικανό να ενώσει τους λαούς και τους ανθρώπους. Όλα αυτά αποτελούν τη σημερινή πραγματικότητα της Εκκλησίας.

π. Θεόδωρος Κοντίδης
Καθολικισμός, σ. 65…

 

   
     


©2005 Catholic Church of Greece