ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
τ. 1028 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού ανοίγει την Εκκλησία στο μέλλον

 

40 χρόνια από τη λήξη

Η προσφορά της Β΄ Βατικανής Συνόδου

Ο π. Αθανάσιος Αρμάος είναι ιερέας της Εξαρχίας Ελληνορρύθμων. Ενώ σπούδαζε στη Ρώμη αναγγέλθηκε και προετοιμάστηκε η Σύνοδος. Ως δημοσιογράφος είδε από κοντά γεγονότα και πρόσωπα. Παρακολούθησε τις προσπάθειες και αντιλήφθηκε τις εντάσεις μεταξύ ρευμάτων και προσωπικοτήτων. Είναι ο μεταφραστής των εκδόσεων στον Καλό Τύπο όλων των συνοδικών κειμένων. Παράλληλα, ο πατέρας μίλησε και έγραψε για το κοσμοϊστορικό γεγονός της Συνόδου που δίκαια καταγράφηκε ανάμεσα στα μεγάλα γεγονότα του 20ου αιώνα αλλά και στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η Καθολική και τα Σύγχρονα Βήματα φιλοξένησαν τις εμπειρίες του και τη σκέψη του. Οι Α.Ο. είναι ευτυχείς να περιλάβουν στις σελίδες τους μια συνέντευξή του. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να τον ευχαριστήσω προσωπικά για την πολύτιμη βοήθεια που έδωσε στην αποστολική μου δραστηριότητα, όπως και άλλοι πατέρες της Εξαρχίας που συνέβαλαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην έκδοση της σειράς: π. Στ. Μαραγκός, π. Μιχαήλ Πρίντεζης, π. Ευτύχιος Ρούσσος, π. Πολύκαρπος Ξανθάκης και πιθανόν και άλλοι τους οποίους αγνοώ.

Τη συνέντευξη πήρε ο π. Γαβριήλ Μαραγκός.

 

  • Π. Θανάση, όταν ξεκινούσε η Β’ Βατικανή Σύνοδος βρισκόσαστε στη Ρώμη και σπουδάζατε Θεολογία… Έτσι δεν είναι;…

Από το 1955 ως το 1962 έζησα τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μου, ως φοιτητής στο Ελληνικό Κολέγιο της Ρώμης: τρία χρόνια στη Φιλοσοφική Σχολή της Ι. Συνόδου για τη Διάδοση της Πίστης και τέσσερα χρόνια στη Θεολογική Σχολή του Γρηγοριανού Πανεπιστημίου των Πατέρων Ιησουιτών…

Στις 28 Οκτωβρίου 1958, με όλο το νεανικό ενθουσιασμό μου, βρισκόμουν με τα πλήθη των πιστών στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου, όταν ο «λευκός καπνός» ανήγγειλε την εκλογή του Καρδιναλίου Αγγέλου Ιωσήφ Ρονκάλι, ως νέου Πάπα της Καθολικής Εκκλησίας, με το όνομα Ιωάννου 23ου. Για μένα η εκλογή αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική, γιατί ο μέχρι τότε Πατριάρχης της Βενετίας ήταν μεγάλος προσωπικός φίλος του αειμνήστου Επισκόπου μου Γεωργίου Χαλαβαζή, από τον οποίο είχα ακούσει τα καλύτερα λόγια για τον χαρισματικό αυτόν Ιεράρχη!...

Είχε ζήσει και ως Αποστολικός Δελεγάτος στην Ελλάδα, την αγαπημένη του πατρίδα. Κατά τα δραματικά χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου είχε συνεργασθεί ιστορικά με τον Ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνό. Είχε συμβάλει στα συσσίτια ζωής που οργάνωσε τότε η Καθολική Εκκλησία στη χώρα μας!...

Στις 25 Ιανουαρίου 1959 έζησα μια νέα συγκλονιστική στιγμή στη ζωή μου: σε μια φαντασμαγορική ιεροτελεστία, στη Βασιλική του Αγίου Αποστόλου Παύλου έξω από τα τείχη της πόλεως, άκουσα τον Μακάριο εκείνο Πάπα της Ειρήνης και της καλοσύνης να αναγγέλλει τη σύγκληση της Β΄ Συνόδου του Βατικανού.

Στον ίδιο χρόνο του 1962 κατά τον οποίο αξιώθηκα να έχω το Πτυχίο μου στη Θεολογία, εγκαινιάσθηκε η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού. Πιστεύω ότι δεν υπερβάλλω υποστηρίζοντας ότι παρακολουθώντας μέρα με την ημέρα την ιστορία αυτής της Συνόδου, αισθανόμουν να συμπληρώνω ανώτερες μεταπτυχιακές σπουδές, μέσα στην καρδιά της Καθολικής Εκκλησίας.

  • Κατά τη διάρκεια της Συνόδου βρισκόσαστε στη Ρώμη;…

Όχι. Τον Οκτώβριο του 1962 άρχισα την τακτική συνεργασία μου στην εφημερίδα «Καθολική», με την διεύθυνση του αειμνήστου διευθυντού της π. Παύλου Γκαρώ. Δύο φορές είχα το ευτύχημα να ταξιδέψω στην Αιώνια Πόλη και να ζήσω, θα λέγαμε, στα παρασκήνια της Συνόδου, παίρνοντας και μερικές συνεντεύξεις… Αλλά η βασική μου ενημέρωση για την πορεία της Συνόδου ήταν η δημοσιογραφική δραστηριότητα και οι γνωστές πηγές της εκκλησιαστικής δημοσιογραφίας στην οποία υπηρετούσα με το νεανικό ενθουσιασμό μου.

  • Ποια ατμόσφαιρα επικρατούσε στην έναρξη της Συνόδου; Και πώς εσείς αντιληφθήκατε το γεγονός;

Επισήμως η Σύνοδος με ιστορική μεγαλοπρέπεια έκαμε την έναρξή της στις 11 Οκτωβρίου 1962. Ο χριστιανικός κόσμος ενωμένος με το λαό της Αιωνίας Πόλης παρακολούθησε από την τηλεόραση και το ραδιόφωνο τη σεπτή στρατιά των 2.540 καθολικών επισκόπων που με λευκές κάρες και χρυσές μίτρες διέσχισαν εν πομπή την πλατεία του Αγίου Πέτρου. Μέσα στην περίλαμπρη βασιλική είχαν ανεγερθεί δύο κολοσσιαίες εξέδρες όπου κάθισαν οι Συνοδικοί Πατέρες. Κάτω από το κεντρικό βήμα του ναού βρίσκονταν οι θέσεις της προεδρίας της Συνόδου. Δεξιά βρισκόταν η εξέδρα του γενικού γραμματέα σεβασμ. Π. Φελίτσε και των έξι υπογραμματέων. Ο οικουμενικός χαρακτήρας της Συνόδου υπογραμμίσθηκε ιδιαίτερα από την παρουσία των 90 παρατηρητών και 16 προσκεκλημένων των άλλων Εκκλησιών και χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής και της Δύσης. Η εξέδρα τους βρισκόταν πιο πίσω από την εξέδρα της Κεντρικής Γραμματείας και απέναντι από την Προεδρία της Συνόδου, ενώ σε άλλες εξέδρες γύρω από το κεντρικό βήμα βρίσκονταν οι εμπειρογνώμονες (“periti”) της Συνόδου, οι λαϊκοί ακροατές που προσκλήθηκαν αργότερα, οι εκπρόσωποι του παγκόσμιου τύπου και άλλοι προσκεκλημένοι. Η παρουσία τους και οι υποδείξεις τους επηρέασαν την τελική διαμόρφωση των συνοδικών κειμένων. Στο κέντρο, σύμφωνα με την παλιά παράδοση των Συνόδων, τοποθετήθηκε το Ιερό Ευαγγέλιο σαν μυστικός και υπέρτατος πρόεδρος.

  • Ένα τόσο σημαντικό γεγονός ξεκίνησε για κάποιους σοβαρούς λόγους. Ποιες, κατά την άποψή σας, ήταν οι ιστορικές συνθήκες που προκάλεσαν τη Σύνοδο;

Θα αναφερθώ σε δύο διαφορετικές συνθήκες: Πρώτο, η εξέλιξη του ανθρώπου στον 20ο αιώνα ήταν πιο γρήγορη από κάθε άλλη εποχή. Τα θαύματα της τεχνολογίας αύξησαν την ανθρώπινη κυριαρχία πάνω στη φύση. Η κοινωνιολογία και οι οικονομικές επιστήμες μετέτρεψαν τα πολιτικά μας συστήματα και τα έθνη. Η ψυχολογία επεκτείνοντας τις έρευνές της στους φιλοσοφικούς ορίζοντες αποκάλυψε στον άνθρωπο το δυναμισμό και τις αρετές του, αλλά συγχρόνως του αποκάλυψε και τη μηδαμινότητά του.

Δεύτερο, μέσα σ’ αυτό το μεταβαλλόμενο κόσμο ο σκεπτικισμός και η αθεΐα βρήκαν εύφορο έδαφος για καλλιέργεια. Αυτό οφείλεται στο ότι η πνευματική πρόοδος του ανθρώπου δεν έτρεξε στον ίδιο ρυθμό με την τεχνολογική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη του κόσμου. Γι’ αυτό, ο πολιτισμός μας παρουσίασε μια βαριά ανισορροπία που εκδηλώθηκε στο ξέσπασμα δυο Παγκόσμιων πολέμων, στις τρομακτικές κοινωνικές ανισότητες ανθρώπων της χλιδής και ανθρώπων της πείνας, στο άγχος και την αβεβαιότητα για το μέλλον.

  • Μιλήσατε για τις παγκόσμιες συνθήκες της εποχής και τις βαθιές μεταβολές που συντελέστηκαν στην ανθρωπότητα. Θετικές και αρνητικές. Πώς αντέδρασε σ΄ όλα αυτά ο χριστιανισμός; Από δεκαετίες όλο και περισσότερο συνειδητοποιούσαν σοβαρά προβλήματα μέσα στο χριστιανισμό και οι προβληματισμοί οδήγησαν την Εκκλησία να αρχίσει να κινείται προοδευτικά μέσα από ουσιαστικές προσπάθειες στη λατρεία, στη θεολογία, στις βιβλικές έρευνες, στην κατηχητική, στην ποιμαντική. Νέα ρεύματα θεολογίας είδαν το φως (Βλ. R. Gibellini Η Θεολογία του 20ου αιώνα, έκδ. Άρτος Ζωής). Η ιεραποστολή και η θέση των λαϊκών έπαιρναν καινούργιες διαστάσεις. Στους κόλπους του χριστιανισμού υπήρξαν άνθρωποι χαρισματικοί, με τόλμη να ανοίξουν τις πόρτες της Εκκλησίας. Πώς βλέπατε τότε, εσείς ένας νεαρός κληρικός, την κατάσταση και την πορεία;…

Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση ο χριστιανισμός, που διεκδικεί να είναι η κατ’ εξοχήν θρησκεία της αλήθειας και της αγάπης, ένιωσε βαριές τις ευθύνες του. Αισθάνθηκε ότι πρέπει να μιλήσει με σύγχρονη γλώσσα στο σύγχρονο κόσμο. Θεώρησε καθήκον το να απαλλαχθεί από αποκρυσταλλωμένες συνήθειες και νοοτροπίες άλλων εποχών για να λάμψει περισσότερο ο αυθεντικός θησαυρός του Λόγου του Θεού, όπως μας μεταδόθηκε στην Αγία Γραφή και στην Ιερή Παράδοση. Και ο θείος αυτός λόγος να εμψυχώσει τη ζωή και τα έργα των σημερινών ανθρώπων. Αυτή είναι η έννοια του «ατζορναμέντο» (= εκσυγχρονισμός, ανακαίνιση) που ο πάπας Ιωάννης ΚΓ΄ χάραξε πρόγραμμα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου του Βατικανού. Έχοντας συνείδηση των ευθυνών του μπροστά στο σύγχρονο κόσμο ο χριστιανισμός ένιωσε και το σκάνδαλο της δικής του διαίρεσης, ενώ ο Ιδρυτής του είχε ορίσει την ενότητα των μαθητών του σαν προϋπόθεση για την πίστη των άλλων: «Ίνα ώσιν εν… ίνα ο κόσμος πιστεύση».

  • Σημαντικότατο το ζήτημα της ενότητας των χριστιανών! Και μάλιστα όταν ο ίδιος ο Χριστός το θέτει ως προϋπόθεση της πίστης στον κόσμο. Όμως δεν έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο μόνο οι συγκυρίες και το περιβάλλον! Αλλά και τα πρόσωπα, οι πρωτεργάτες στη Δύση και την Ανατολή, όσοι συνεργάστηκαν για να πραγματοποιηθεί το μεγαλόπνοο όραμα μιας οικουμενικής Συνόδου. Η Β’ Βατικανή ξεκίνησε από κάποιον, έναν άνθρωπο, χριστιανό και πάπα: τον Ιωάννη 23ο! Θα θέλατε να μας υποδείξετε πού συνεισέφερε και με ποια βοήθεια;…

Ο Ιωάννης ΚΓ΄, ο μεγάλος εμπνευστής της Συνόδου, είχε ζήσει αυτό το σκάνδαλο, γιατί ήταν άνθρωπος της Δύσης που για πολλά χρόνια είχε ζήσει στην Ανατολή, την είχε θαυμάσει και αγαπήσει. Την ίδια αυτή εποχή η Θεία Πρόνοια όρισε να βρίσκεται προκαθήμενος στη Νέα Ρώμη ο πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄, ο Ανατολίτης που για πολλά χρόνια έζησε στη Δύση διαπιστώνοντας τα κοινά σημεία των δύο κόσμων και πονώντας για το διχασμό τους. Έτσι, παράλληλα σχεδόν με τις τέσσερις περιόδους της Συνόδου της Καθολικής Εκκλησίας, οι τέσσερις Πανορθόδοξες Διασκέψεις στη Ρόδο και στο Βελιγράδι ανέλαβαν το «ατζορναμέντο» της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

  • Π. Θανάση, και εσείς κι εγώ μιλήσαμε για χριστιανισμό και όχι για καθολικισμό. Η ιστορία θα δείξει κατά πόσον οι χριστιανοί συνέβαλαν στο μεγάλο τόλμημα της Καθολικής Εκκλησίας. Όπως και μέχρι ποιου σημείου επωφελήθηκε ο χριστιανισμός στο σύνολό του από ένα τέτοιο γεγονός. Συγκυρίες και παρουσία πλούσιων προσωπικοτήτων Ιωάννης 23ος, Αθηναγόρας Α’, Παύλος 6ος, Δημήτριος Α’, Φίσερ, αγγλικανός αρχιεπίσκοπος, Ροζέ Σουλτς, αλλά και μέλη της Συνόδου όπως και ξακουστοί θεολόγοι: Οι πατέρες Chenu, De Lubac, Congar, Danielou, Rahner…

Όχι μονάχα οι πρωτεργάτες αλλά….. όλοι οι συνοδικοί πατέρες στάθηκαν στο ύψος τους μέσα από τον ανώτατο θεσμό της Εκκλησίας. Από την τρίτη γενική συνέλευση οι συνοδικοί πατέρες, με το πρώτο τους μήνυμα, εξέφρασαν την επιθυμία τους να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες του κόσμου: «Αφοσιωμένοι στο Χριστό, δεν αποστρέφομε την προσοχή μας από τις επίγειες φροντίδες και κόπους, αντίθετα μάλιστα, η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη του Χριστού μας προτρέπουν να υπηρετούμε τους αδελφούς μας ακολουθώντας το παράδειγμα του Θείου Διδασκάλου, ο οποίος ουκ ήλθε διακονηθήναι αλλά διακονήσαι». Αυτό έγινε το προοίμιο μιας μεγάλης συνοδικής διάταξης, αφιερωμένης στην Εκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο.

  • Τι θα λέγατε, Πατέρα, αν σταματούσαμε στη διαδικασία, δηλαδή στον τρόπο που διεξήχθη η Σύνοδος. Ένα ένθετο στη συνέντευξη χρονοδιάγραμμα δείχνει τα κύρια σημεία. Συνεχίζοντας την κουβέντα μας, σας ζητώ να υπογραμμίσετε όσο το δυνατό πιο συνοπτικά τα χαρακτηριστικά κάθε περιόδου: τις μεγάλες επιλογές που έκανε η ολομέλεια, τις συζητήσεις πάνω στα προσχέδια και σχέδια των συνοδικών κειμένων, την τελική ψήφιση των συνοδικών κειμένων ή γεγονότα που παρενέβαιναν κατά την πορεία της Συνόδου…

Η Σύνοδος λειτούργησε σε τέσσερις περιόδους. Δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι οι επιτροπές και οι σύμβουλοι συνέχιζαν να εργάζονται στα μεσοδιαστήματα αλλά και πριν. Κατά την 1η περίοδο συνέβησαν τα εξής: - Στη γενική συνέλευση της έναρξης, η παρέμβαση του γάλλου καρδιναλίου Λιενάρ ξεκαθάρισε τόσο τη μέθοδο όσο και τις ευθύνες κατά τη διεξαγωγή (π.χ. Κούρια - Σύνοδος). Η περίοδος αυτή της Συνόδου έληξε στις 8 Δεκεμβρίου 1962, αφού στο μεταξύ αποφασίστηκε ο περιορισμός των σχεδίων από 70 σε 20, είτε με τη διαγραφή μερικών είτε με την υπαγωγή τους σε άλλα.

  • Μεσολάβησε ένα δυσάρεστο γεγονός, η αποδημία του «Καλού Πάπα». Θα θέλατε να κάνετε κάποιο σχόλιο…

Πράγματι στις 3 Ιουνίου 1963 πέθανε ο μεγάλος εμπνευστής της Συνόδου, ο Ιωάννης ΚΓ΄. Διάδοχος του εκλέχθηκε ο αρχιεπίσκοπος του Μιλάνου καρδινάλιος Ιωάννης Μοντίνι με το όνομα του Παύλου ΣΤ΄. Ο νέος πάπας γνώριζε καλύτερα από κάθε άλλον την εσωτερική κατάσταση του Βατικανού. Για πολλά χρόνια στη Γραμματεία επί των εξωτερικών υποθέσεων της Αγίας Έδρας, ήταν στενός συνεργάτης του Πίου ΙΒ΄ και αργότερα επιστήθιος φίλος του Ιωάννη ΚΓ΄. Συνδυάζοντας τη μεθοδικότητα του πρώτου και την ευαγγελική απλότητα και σοφία του δεύτερου, ο Παύλος ΣΤ΄ ανέλαβε με νέο δυναμισμό τη συνέχιση της Συνόδου.

  • Μετά από τις μεθοδολογικές αναζητήσεις και την τριβή των συνοδικών στο διάλογο, ποιο ήταν το θέμα που επικράτησε κατά τη δεύτερη περίοδο;

Η β’ περίοδος κράτησε από τις 29 Σεπτεμβρίου ως τις 4 Δεκεμβρίου 1963. Το κέντρο βάρους αυτής της περιόδου έπεσε στο εκκλησιολογικό θέμα. Οι μακρές αγορεύσεις του πρώτου μήνα κατέληξαν στην ιστορική ψηφοφορία της 30ης Οκτωβρίου κατά την οποία η συντριπτική πλειοψηφία αποφάνθηκε ότι κάθε επίσκοπος με την αρχιερατική χειροτονία (και όχι με την ονομασία του από τον Πάπα) γίνεται μέλος του συλλόγου των επισκόπων και ότι ο σύλλογος αυτός αποτελεί τη διαδοχή του συλλόγου των Αποστόλων. Ο σύλλογος των επισκόπων, με πρόεδρο το διάδοχο του Πέτρου, αποτελεί θείω δικαίω την ανώτατη εξουσία μέσα στην Εκκλησία.

Αναπτύσσοντας τη συλλογικότητα των Επισκόπων, η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού συμπλήρωνε ουσιαστικά την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού, η οποία είχε ασχοληθεί έντονα με το Πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης. Προφανώς η Θεία Πρόνοια θέλησε να συμπληρωθεί το έργο της προηγούμενης Συνόδου μέσα στη νέα κατάσταση της Εκκλησίας, στον εικοστό αιώνα!

Μαζί με τη συλλογικότητα των επισκόπων ψηφίσθηκε και η αποκατάσταση της μονίμου διακονίας στις ιεραποστολικές χώρες και εκεί όπου το εγκρίνει η τοπική ιεραρχία, περιγράφηκε ο ρόλος των λαϊκών μέσα στην Εκκλησία, η συμμετοχή τους στο βασίλειο ιεράτευμα, η κλήση όλου του λαού του Θεού στην αγιοσύνη και στην τελειότητα και έγινε πρόταση να εισαχθεί στο σχέδιο το κεφάλαιο πάνω στην αειπάρθενο Μαρία, την τελειότερη κόρη της Εκκλησίας.

Το ίδιο εκκλησιολογικό θέμα στη συγκεκριμένη του μορφή και εφαρμογή απασχολούσε και το επόμενο σχέδιο πάνω στο ποιμαντικό έργο των επισκόπων. Με ιδιαίτερη ένταση τέθηκε το πρόβλημα των σχέσεων των Επισκόπων και της Ρωμαϊκής Κούριας. Πολλοί Πατέρες πρότειναν τη διεθνοποίηση των κεντρικών αυτών οργανισμών της Εκκλησίας, όπου κατά κανόνα κυριαρχούσε το ιταλικό στοιχείο. Ιδιαίτερη εντύπωση προξένησαν οι επεμβάσεις του πατριάρχη των Μελχιτών Μαξίμου Δ΄ απηχώντας τη φωνή της Ανατολής που διατήρησε πάντοτε το συνοδικό σύστημα στο εκκλησιαστικό της πολίτευμα, πρότεινε τη σύσταση μιας παγκόσμιας Συνόδου Επισκόπων, η οποία υπό την προεδρία του επισκόπου Ρώμης θα αναλάμβανε την κεντρική διακυβέρνηση της Εκκλησίας. Ο ρόλος της Ρωμαϊκής Κούριας θα περιοριζόταν μ’ αυτό τον τρόπο, σε ρόλο εκτελεστικού οργάνου.

Παρά τις αντιδράσεις των στελεχών της Κούριας, με πρωτοστάτη τον καρδινάλιο Οτταβιάνι, και οι δύο αυτές προτάσεις δεν άργησαν να μετατραπούν σε πραγματικότητα. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1965 ο πάπας Παύλος ΣΤ΄ ανήγγειλε τη σύσταση της Συνόδου των Επισκόπων που αποτελείται από τους προέδρους των κατά τόπους Συνόδων της Ιεραρχίας και έχει προορισμό να συμμετέχει στην κεντρική διακυβέρνηση του Πάπα. Η πρώτη συνέλευσή της ορίσθηκε για το Σεπτέμβριο του 1967.

  • Είναι αλήθεια ότι η 3η περίοδος της Συνόδου ήταν η πιο ταραχώδης, αλλά και αυτή που άγγιξε το ακανθώδες θέμα της θρησκευτικής ελευθερίας, με τη διάστασή του εσωτερικά και εξωτερικά της Εκκλησίας…

Η γ΄ περίοδος, που άρχισε στις 14 Σεπτεμβρίου 1964, ασχολήθηκε και πάλι με το εκκλησιολογικό θέμα που είχε προκαλέσει παγχριστιανικό ενδιαφέρον και είχε γίνει το θέμα της πρώτης εγκυκλίου του πάπα Παύλου ΣΤ΄ «Την Εκκλησίαν αυτού», η οποία υπογράφθηκε στις 6 Αυγούστου 1964.

Στις 21 Νοεμβρίου, με τη λήξη της γ’ περιόδου ψηφίστηκε πανηγυρικά η συνοδική τριλογία: «Περί Εκκλησίας», «Περί Καθολικών Ανατολικών Εκκλησιών» και «Περί Οικουμενισμού». Δικαιολογημένα τα κείμενα αυτά χαρακτηρίστηκαν σαν τριλογία, γιατί βασικά στρέφονται γύρω από το ίδιο θέμα, την Εκκλησία: το πρώτο παρουσιάζει τη σύστασή της, το δεύτερο τις εσωτερικές της διαστάσεις και το τρίτο τους παγχριστιανικούς της ορίζοντες.

Πολλά άλλα θέματα απασχόλησαν τη Σύνοδο, όπως η αποστολή των λαϊκών, η μόρφωση του κλήρου, οι ιεραποστολές, τα καθολικά σχολεία κ.λπ. Αξίζει να αναφέρουμε ιδιαίτερα τη δήλωση πάνω στις μη χριστιανικές θρησκείες που καταδικάζει κάθε διωγμό για λόγους θρησκευτικούς ή φυλετικούς και εκφράζει λύπη για τα δεινά που υπέφεραν οι Εβραίοι στο παρελθόν από μέρους χριστιανικών χωρών. Υπεύθυνοι για το σταυρικό θάνατο του Χριστού δεν είναι το γένος των Εβραίων, αλλά οι αμαρτίες των ανθρώπων. Η δήλωση αυτή, που προκάλεσε και πολιτικές αντιδράσεις αραβικών χωρών και άλλων ανατολικών που παρεξήγησαν το νόημά της, ψηφίστηκε στην δ΄ περίοδο.

Η γ’ περίοδος έληξε με ζωηρές αντιφωνίες των συνοδικών πάνω στη θρησκευτική ελευθερία. Η πλειοψηφία απαιτούσε να ψηφιστεί, ενώ μία δυναμική μειοψηφία ζητούσε την αναβολή της. Η διαφορά αντιλήψεων οφειλόταν στις διαφορετικές πολιτικές συνθήκες των τοπικών Εκκλησιών που αλλού αποτελούν πατροπαράδοτη Εκκλησία του κράτους και αλλού ασήμαντη ή και διωκόμενη μειονότητα. Δεν μπορούσε όμως η Εκκλησία εν ονόματι της αλήθειας που κατέχει να διεκδικήσει άλλη ελευθερία για τον εαυτό της και άλλη να αναγνωρίσει στους άλλους που βρίσκονται στην αλήθεια και η θρησκεία αποτελεί πλάνη. Ασφαλώς, αυτή καθ’ εαυτή η πλάνη δεν έχει δικαιώματα, αλλά έχει δικαιώματα ο άνθρωπος, που πλάστηκε ελεύθερος, έστω και αν βρίσκεται σε πλάνη. Τελικά αποφασίστηκε η αναβολή, αφού δόθηκε η υπόσχεση ότι με το ίδιο θέμα θα άρχιζε η επόμενη περίοδος.

  • Η 4η και τελευταία περίοδος της Συνόδου! Αλλά και η ύστατη λέξη της Συνόδου…

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1965 άρχισε η δ’ και τελευταία περίοδος της Συνόδου. Μεγάλο έργο είχε συντελεστεί αλλά και μεγάλο έργο παρέμενε για συμπλήρωση. Είχαν ψηφισθεί ως τώρα 5 συνοδικά κείμενα, ενώ παρέμεναν ακόμα άλλα 11. Στο διάστημα που μεσολάβησε, οι συνοδικές επιτροπές τόνωσαν τη δραστηριότητά τους. Σύμφωνα με τις γραπτές και προφορικές υποδείξεις των Πατέρων τα κείμενα έπαιρναν τις τελευταίες τροποποιήσεις για να παρουσιαστούν για τελευταία φορά στη συνοδική ομήγυρη. Πάνω σε σταθερά θεμέλια είχαν κτιστεί τα τείχη του αχειροποίητου αυτού ναού της Συνόδου που ανέμενε τώρα την ολοκλήρωση της σκεπής και του τρούλου του.
Τα μεγάλα θέματα της θρησκευτικής ελευθερίας, της αποκάλυψης, της Εκκλησίας μέσα στον σύγχρονο κόσμο επανήλθαν και πάλι στο προσκήνιο. Έγινε λόγος για τον έλεγχο των γεννήσεων, τη χρήση των ατομικών όπλων, τον αφοπλισμό και την ειρήνη. Το επίμαχο θέμα του ελέγχου των γεννήσεων σύμφωνα με την επιθυμία του Πάπα δε συζητήθηκε αναλυτικά στη Σύνοδο, αλλά ανατέθηκε σε μια διεθνή επιτροπή θεολόγων και λαϊκών που συστήθηκε τον Ιούνιο 1964. Ο Παύλος ΣΤ΄ ζήτησε επίσης να αφεθεί στην Αγία Έδρα η εξέταση των προβλημάτων των μεικτών γάμων, καθώς και το θέμα της αγαμίας του κλήρου στη Δυτική Εκκλησία. Τα πολύπλοκα και λεπτά αυτά προβλήματα απαιτούσαν περισσότερο χρόνο για μια μελετημένη και ώριμη απόφαση.

  • Θα θέλατε να συνοψίσετε το επιτευχθέν έργο εστιάζοντας τις προσπάθειες και επιτυχίες στο τρίπτυχο όπως το είχε καθορίσει ο πάπας Παύλος ΣΤ’ από τις πρώτες επιλογές του…

Πράγματι ο Διάλογος έπρεπε να στραφεί σε τρεις διαστάσεις: την εσωτερική μεταρρύθμιση, τις σχέσεις μεταξύ χριστιανών και την παρουσία της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο.

1/ Εσωτερική μεταρρύθμιση. Τα επιτεύγματα αυτά της Συνόδου έχουν ανυπολόγιστη ιστορική και οικουμενική σπουδαιότητα. Η Α΄ Σύνοδος του Βατικανού είχε θεσπίσει το πρωτείο και το αλάθητο του Πάπα. Τώρα με τη θεωρητική και έμπρακτη συλλογικότητα των Επισκόπων καθορίστηκε η έννοια και ο ρόλος των Επισκόπων ως διαδόχων των Αποστόλων και αποκαταστάθηκε η ισορροπία των σχέσεών τους με το διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου.

Στη σεπτή ομήγυρη ήλθαν και πάλι τα θέματα του οικουμενισμού, των σχέσεων με τους μη χριστιανούς και της θρησκευτικής ελευθερίας που αποτελούσαν το σχέδιο «Περί Οικουμενισμού». Τα δύο τελευταία κεφάλαια χωρίσθηκαν σε ξεχωριστές δηλώσεις της Συνόδου και έτσι το διάταγμα που τελικά προέκυψε και ψηφίσθηκε στην γ΄ περίοδο περιλαμβάνει μόνο τρία κεφάλαια: α) Αρχές της Καθολικής Εκκλησίας για τον Οικουμενισμό, β) Η Εξάσκηση του Οικουμενισμού, και γ) Εκκλησίες και Εκκλησιαστικές Κοινότητες χωρισμένες από την Αποστολική Έδρα της Ρώμης.

Χωρίς να κρύβει την ενότητα και το πρωτείο της αλήθειας που η Καθολική Εκκλησία πιστεύει ότι κατέχει σε όλη τους την πληρότητα, το διάταγμα προτρέπει τους καθολικούς στην οικουμενική κίνηση, στην αμοιβαία εκτίμηση και συμπροσευχή με τους άλλους χριστιανούς, στην αδελφική γνωριμία και συνεργασία για μια κοινή χριστιανική μαρτυρία στον κόσμο και την προετοιμασία της ολοκληρωτικής χριστιανικής ενότητας. Γίνεται καθαρή διάκριση μεταξύ των Αποστολικών Εκκλησιών της Ανατολής και του Προτεσταντισμού της Δύσης. Ο αυθεντικός εκκλησιολογικός χαρακτήρας των πρώτων και τα έγκυρα μυστήριά τους επιτρέπουν ακόμη και τη μυστηριακή κοινωνία: «Επειδή οι Εκκλησίες αυτές, αν και χωρισμένες, έχουν αληθινά μυστήρια και προπάντων, χάρη στην αποστολική διαδοχή τους, την Ιεροσύνη και τη Θεία Ευχαριστία, διαμέσου των οποίων παραμένουν ακόμη ενωμένες μαζί μας με σφικτούς δεσμούς, κάποια «κοινωνία στα ιερά μυστήρια» κάτω από ορισμένες συνθήκες και με την έγκριση της εκκλησιαστικής αρχής, είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά και αξιοσύστατη».

Επίσης στις 7 Δεκεμβρίου 1965 ο ίδιος πάπας απήντησε θετικά στην αίτηση πολλών επισκόπων για τη μεταρρύθμιση του “Sanctum Officium”, που πήρε το όνομα της «Ιεράς Συνόδου επί της Διδασκαλίας της Πίστεως». Επίσκοποι με διάφορες εθνικότητες ορίστηκαν σε υπεύθυνες θέσεις στη Ρώμη και άρχισε μια αληθινή μεταρρύθμιση και διεθνοποίηση της Ρωμαϊκής Κούριας.

2/ Ο οικουμενικός χαρακτήρας της Συνόδου. Η χριστιανική ενότητα παρουσιάσθηκε συγχρόνως σαν προϋπόθεση και σαν προορισμός της νέας πνοής του χριστιανισμού. Όχι σαν υποταγή του ενός και κυριαρχία του άλλου, αλλά σαν καρπός της κοινής ανακαίνισης εν Χριστώ. Ανατολή και Δύση επιδόθηκαν σε αυτοέλεγχο και προσευχή, εγκαινιάζοντας έναν αδελφικό διάλογο έργων και λόγων.

3/ Η Εκκλησία μέσα στον κόσμο. Η Σύνοδος διακηρύσσει τη στενή αλληλεγγύη της Εκκλησίας του Χριστού με ολόκληρη την ανθρώπινη οικογένεια προς την οποία αποτείνεται: «Οι χαρές και οι ελπίδες, οι λύπες και η αγωνία των ανθρώπων του καιρού μας, ιδίως των φτωχών και όσων υποφέρουν, είναι επίσης χαρές και ελπίδες, λύπες και αγωνία των μαθητών του Χριστού, και δεν υπάρχει τίποτα το πραγματικά ανθρώπινο που να μη βρίσκει απήχηση μέσα στην καρδιά τους». Αν και ο προορισμός της Εκκλησίας είναι πνευματικός, όμως άδικα κατηγορείται ότι μιλεί αποκλειστικά για τα μέλλοντα, αδιαφορώντας για τη σύγχρονη πραγματικότητα της ζωής, Αντίθετα πιστεύει ότι οι διάφορες προσπάθειες των σημερινών ανθρώπων για την ανοικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου δεν μοιάζουν με τις προσπάθειες των οικοδόμων του πύργου της Βαβέλ, προορισμένες να αποτύχουν όπως εκείνες, αλλά ανταποκρίνονται στο σχέδιο του Θεού για την πραγματοποίηση του οποίου ο άνθρωπος καλείται να συνεργαστεί με το Δημιουργό. Οι θετικές αξίες του κόσμου, η κοινωνική δικαιοσύνη, η οικονομική ανάπτυξη, η πολιτική σταθερότητα και η ευημερία, δεν είναι αδιάφορα για τους χριστιανούς που σαν έντιμοι πολίτες οφείλουν να συνεργαστούν για την ανοικοδόμηση του κόσμου.

  • Μια τέτοια προσπάθεια και με στόχους σαν κι’ αυτούς που μόλις περιγράψατε προϋποθέτουν και απαιτούν μεγάλη και συστηματική προετοιμασία όπως και ανθρώπους επιστημονικά αλλά και ποιμαντικά καταρτισμένους που θα προετοιμάζουν κείμενα με στόχο να περάσουν από το κόσκινο των ειδικών επιτροπών για να φτάσουν στην ολομέλεια της Συνόδου, να συζητηθούν και να ψηφιστούν με βάση κανόνων….

Η προετοιμασία της Συνόδου κράτησε πάνω από τρία χρόνια. Στις 17 Μαΐου 1959 εγκαινιάστηκε η αντιπροπαρασκευαστική περίοδος με τη σύσταση μιας δεκαμελούς επιτροπής με πρόεδρο τον καρδινάλιο Ταρντίνι. Αυτή ανέλαβε να συμβουλευθεί όλους τους επισκόπους της καθολικής οικουμένης, τους γενικούς ηγουμένους των μοναχικών ταγμάτων, τις θεολογικές σχολές και τη Ρωμαϊκή Κούρια πάνω στα θέματα που έπρεπε να απασχολήσουν τη Σύνοδο
.
Την Πεντηκοστή (Ιούνιος) 1960 συστήθηκαν 11 Επιτροπές, 3 Γραμματείες και μία Κεντρική Επιτροπή με πρόεδρο τον Πάπα και γενικό γραμματέα τον σεβασμ. Περικλή Φελίτσε. Μεταξύ αυτών των οργανισμών διακρίνεται η Γραμματεία επί της χριστιανικής ενότητας με πρόεδρο το γερμανό καρδινάλιο Μπέα, διαπρεπή καθηγητή της Αγίας Γραφής. Η Γραμματεία αυτή έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη Σύνοδο και στη μετασυνοδική περίοδο ως σήμερα. Οι επιτροπές ανέλαβαν να εξετάσουν τις 1998 αναφορές που έφθασαν από τον καθολικό κόσμο, να τις ταξινομήσουν και να συνθέσουν τα «σχέδια», δηλ. τα κείμενα που θα προτείνονταν στη Σύνοδο για συζήτηση. Η κεντρική επιτροπή μετά την επιθεώρηση των «σχεδίων» που έφθαναν τότε τα 70, ασχολήθηκε με την οργάνωση της Συνόδου, τον κανονισμό και τον τρόπο λειτουργίας της. Μέλη της Συνόδου θα ήσαν όλοι οι καθολικοί επίσκοποι και οι γενικοί ηγούμενοι των μοναχικών ταγμάτων, ενώ οι άλλοι θεολόγοι και εμπειρογνώμονες δε θα είχαν δικαίωμα ψήφου. Όλοι αυτοί πήραν τυπωμένα τα μυστικά «σχέδια» για να τα μελετήσουν πριν έλθουν στη συνοδική ομήγυρη.

  • Πατέρα Θανάση, σας προτείνω να περάσουμε σε μιαν άλλη ενότητα της κουβέντας μας. Αφορά τα θέματα που συζητήθηκαν. Μια Σύνοδος και μάλιστα Οικουμενική για την Καθολική Εκκλησία είχε δεκαετίες να πραγματοποιηθεί και πιστεύω πως ελάχιστοι περίμεναν κάτι τέτοιο. Πολλοί ξαφνιάστηκαν με την απόφαση του Ιωάννη 23ου. Μιλήστε μας για τα πιο ουσιαστικά κείμενα, τα οποία επεξεργάστηκε η Σύνοδος και που ήταν για τους συνοδικούς ζωτικά και αφορούσαν τόσο το παρόν όσο και το μέλλον της Εκκλησίας. Δεν μπορώ να μην υπαινιχθώ πώς μια Σύνοδος είναι κορυφαίο θρησκευτικό και πνευματικό γεγονός και το Πανάγιο Πνεύμα έχει το λόγο του…

Αφού συμφωνήσω μαζί σου, π. Γαβριήλ, ότι το Άγιο Πνεύμα ήταν η κινητήρια δύναμη της Συνόδου... θα σταθώ σε πέντε κείμενα τα οποία θεωρώ ενδιαφέροντα και ουσιαστικά.

Το πρώτο θέμα που απασχόλησε τη Σύνοδο ήταν η Θεία Λατρεία. Για να γίνει ευκολότερη και πιο συνειδητή η συμμετοχή των πιστών στις ιερές ακολουθίες και τα μυστήρια, η μεγάλη πλειοψηφία υποστήριξε την εισαγωγή των νέων γλωσσών αντί της λατινικής στη Θεία Λατρεία, και μια γενική λειτουργική μεταρρύθμιση. Το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τη Σύνοδο ώσπου να εκδοθεί η σχετική διάταξη στη λήξη της β΄ περιόδου. Αποκαταστάθηκε το ιερό συλλείτουργο στη Δυτική Εκκλησία, επιτράπηκε για έκτακτες περιστάσεις η κοινωνία των πιστών υπό τα δύο είδη και υιοθετήθηκαν οι γενικές αρχές της λειτουργικής μεταρρύθμισης. Η πρακτική εφαρμογή ανατέθηκε στην ιεραρχία κάθε χώρας, με γενικό συντονιστή το Λειτουργικό Συμβούλιο που ιδρύθηκε στη Ρώμη στις 25 Ιανουαρίου 1964, υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου της Βολωνίας καρδιναλίου Λερκάρο.

Το δεύτερο θέμα ήταν η Θεία Αποκάλυψη. Εδώ άρχισε μια από τις μεγαλύτερες θεολογικές συζητήσεις της Συνόδου. Ο ίδιος ο τίτλος του σχεδίου που είχε προετοιμάσει η θεολογική επιτροπή και μιλούσε για «τις δυο πηγές της Αποκαλύψεως» ήταν απαράδεκτος για μια μεγάλη μερίδα των επισκόπων. Είναι γνωστό ότι στο θέμα των πηγών της Αποκάλυψης βρίσκεται η μεγαλύτερη θεολογική διαφορά με τον Προτεσταντισμό, που δεν παραδέχεται την Ιερή Παράδοση της Εκκλησίας σαν συμπλήρωμα της Αγίας Γραφής. Μπορούσε όμως να βρεθεί ένας καλύτερος τρόπος έκφρασης, που να μην έκλεινε την πόρτα στον οικουμενικό διάλογο; Σε κάποια στιγμή της πρώτης περιόδου οι συζητήσεις έφθασαν σε αδιέξοδο, οπότε επέμβηκε ο πάπας Ιωάννης ΚΓ΄ και ανέθεσε τη ριζική αναθεώρηση του σχεδίου σε μια μεικτή επιτροπή υπό την προεδρία των καρδιναλίων Οτταβιάνι και Μπέα. Ο πρώτος εκπροσωπούσε τη «συντηρητική» παράταξη, ενώ ο δεύτερος την «προοδευτική». Το σχέδιο ξαναγύρισε πολλές φορές στη Σύνοδο και τελικά ψηφίσθηκε στην δ’ περίοδο. Δε μιλάμε πια για δυο πηγές, αλλά για μία και μόνη Θεία Αποκάλυψη που εκφράζεται στο γραπτό λόγο της Αγίας Γραφής και ερμηνεύεται και διδάσκεται από τη ζώσα Εκκλησία, την αυθεντική Ιερή Παράδοση που το Πανάγιο Πνεύμα συνεχίζει να ζωοποιεί και να καθοδηγεί.

Ζωηρό ενδιαφέρον προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, το θέμα της χριστιανικής ενότητας. Το σχέδιο που είχε προετοιμάσει η Ανατολική Επιτροπή δεν ικανοποίησε την ολομέλεια και αποφασίστηκε η ανασύνθεσή του μαζί με το σχέδιο που είχε συντάξει η Γραμματεία του καρδιναλίου Μπέα σχετικά με τον Οικουμενισμό. Μια μεικτή επιτροπή από Θεολόγους, Ανατολιστές και Οικουμενιστές ανέλαβε την ανασύνθεση.

Πολλές και αυστηρές κριτικές δέχτηκε το σχέδιο «Περί Εκκλησίας», που θεωρήθηκε από την αρχή σαν επίκεντρο των εργασιών της Συνόδου. Το κείμενο δεν παρουσίαζε ικανοποιητικά τον μυστηριακό χαρακτήρα της αρχιεροσύνης, τη συλλογικότητα των Επισκόπων, τον ρόλο των κληρικών και των λαϊκών μέσα στην Εκκλησία, τις σχέσεις Εκκλησίας και πολιτείας κ.λπ. Η υπεύθυνη επιτροπή ανέλαβε την ανασύνθεσή του. ….

Το επίκεντρο των συζητήσεων της γ΄ περιόδου ήταν το περίφημο 13ο σχέδιο πάνω στις σχέσεις της Εκκλησίας με το σύγχρονο κόσμο. Ο σύγχρονος αυτός κόσμος, που στη μεγάλη αριθμητική πλειοψηφία του είναι ξένος και συχνά εχθρικός προς την Εκκλησία, θέτει μεγάλα προβλήματα στα οποία ο χριστιανισμός καλείται να απαντήσει: Τι είναι ο άνθρωπος με τη σάρκα του και το πνεύμα του, σαν άτομο, σαν οικογένεια και σαν κοινωνία; Πώς να μιλήσουμε για το Θεό στους σημερινούς άθεους; Ποιος είναι ο Χριστός της ιστορίας και ποιο ρόλο μπορεί να έχει στη σημερινή εποχή η Εκκλησία που ίδρυσε; Την απάντηση στα μεγάλα αυτά προβλήματα έδωσαν οι Συνοδικοί Πατέρες στην γ’ και στην δ’ περίοδο της Συνόδου με την προετοιμασία της διάταξης «Η Εκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο». Τι περιέχει το κείμενο; Η διάταξη στην τελική της μορφή χωρίζεται σε δύο μεγάλα μέρη. Το πρώτο μέρος παρουσιάζει τη χριστιανική έννοια της ζωής και της ανθρώπινης δραστηριότητας. Περιλαμβάνει 4 κεφάλαια: α) «η αξιοπρέπεια», β) «η ανθρώπινη κοινωνία», γ) «η ανθρώπινη δραστηριότητα μέσα στο κόσμο», δ) «το έργο της Εκκλησίας μέσα στο σύγχρονο κόσμο». Οι βασικές αρχές του πρώτου μέρους εφαρμόζονται σε συγκεκριμένα προβλήματα που απασχολούν τα πέντε κεφάλαια του δεύτερου μέρους: α) «η αξιοπρέπεια του γάμου και της οικογένειας», β) «η πρόοδος των επιστημών και της κουλτούρας», γ) «η οικονομία και η κοινωνική ζωή», δ) «η πολιτική ζωή», ε) «η διεθνής αλληλεγγύη και η ειρήνη».

  • Θα θέλατε να κάνετε μια αξιολόγηση, έστω και συνοπτική, της Συνόδου;…

Η θριαμβευτική επιτυχία της Συνόδου αποδείχθηκε στα αποτελέσματα των τελευταίων ψηφοφοριών, όπου φάνηκε η ομοφωνία της απόλυτης πλειοψηφίας των Πατέρων, ενώ οι ελάχιστες εξαιρέσεις επισφραγίζουν τον κανόνα της ελεύθερης γνώμης και κρίσης των Συνοδικών. Θα αναφέρουμε τρία παραδείγματα: - η διάταξη «Περί Αποκαλύψεως» πήρε 2.344 θετικούς ψήφους (“placet”), και 6 αρνητικούς (“non placet”) σε 2.350, - η διάταξη «Η Εκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο» πήρε 2.309 θετικούς, 75 αρνητικούς 7 άκυρους σε σύνολο 2.391 ψηφισάντων• -η δήλωση πάνω στις μη χριστιανικές θρησκείες είχε 2.221 θετικούς, 88 αρνητικούς, 1 άκυρους σε 2.310 ψήφους.

  • Όταν τελείωνε η Σύνοδος πολλά πράγματα είχαν επιτευχθεί και άλλα είχαν προγραμματιστεί. Θεσπίστηκαν νέοι θεσμοί με επικεφαλείς και συνεργάτες τις μεγάλες μορφές ανάμεσα στους Επισκόπους. Μας αναφέρατε αρκετά ονόματα. Προσθέτω δύο προσωπικότητες που έπαιξαν άλλου είδους αλλά σημαντικό ρόλο στη Βατικανή Σύνοδο και κατόπιν κλήθηκαν να υπηρετήσουν την Εκκλησία ως πάπες. Υπενθυμίστε μας μερικούς από τα πιο σημαντικούς και ελπιδοφόρους προγραμματισμούς για να ζήσει η Εκκλησία μια αληθινή μετάνοια και μεταρρύθμιση που να αγγίζει ουσιαστικές διαστάσεις και να ανοίγει τις χριστιανικές κοινότητες ανά την υδρόγειο στην ελπίδα…

Τι να πρωτοπώ;… Οκτώ μετασυνοδικές επιτροπές υπό την επίβλεψη μιας κεντρικής συντονιστικής επιτροπής ανέλαβαν να δώσουν κατευθύνσεις και οδηγίες πάνω στη συγκεκριμένη εφαρμογή των συνοδικών αποφάσεων. Σαν καρπό της Συνόδου πρέπει να χαρακτηρίσουμε επίσης και τη Γραμματεία επί των σχέσεων με τις μη χριστιανικές θρησκείες και τη Γραμματεία επί των μη πιστευόντων. Η πρώτη υπό την προεδρία του καρδιναλίου Μαρέλλα ανέλαβε το διάλογο με τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου και τη δυνατή με αυτές συνεργασία στον κοινωνικό και φιλανθρωπικό τομέα. Η δεύτερη υπό την προεδρία του αρχιεπισκόπου της Βιέννης καρδιναλίου Καίνιχ ανέλαβε την μελέτη των προβλημάτων της σύγχρονης αθεΐας.

Οι οικουμενικοί καρποί της Συνόδου και των αμοιβαίων προσπαθειών της Ορθόδοξης Ανατολής φάνηκαν στις 7 Δεκεμβρίου 1965 κατά τις μεγαλοπρεπείς και συγκινητικές τελετές που έγιναν ταυτόχρονα στην Παλαιά και στη Νέα Ρώμη για την άρση των αφορισμών, που είχαν ανταλλάξει πριν από εννιά αιώνες. Είχαν προηγηθεί η συνάντηση του πάπα Παύλου ΣΤ΄ και του οικουμενικού πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄ στους Αγίους Τόπους, τον Ιανουάριο 1964. Με το διάλογο της αγάπης προετοιμάστηκε ο θεολογικός διάλογος, που είχε ποικίλες διακυμάνσεις και που με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος θα οδηγήσει τελικά στην τέλεια ενότητα της πίστης. Ο πάπας Παύλος ΣΤ’, κατά την διάρκεια της Συνόδου, πραγματοποίησε και το ιστορικό του ταξίδι στην έδρα του Ο.Η.Ε. στη Νέα Υόρκη, τον Οκτώβριο 1965, όπου ενώπιον των πολιτικών ηγετών όλου του κόσμου βροντοφώνησε: «Ποτέ πια πόλεμος!».

Αξίζει τέλος να σημειωθεί η πρόταση όπως συσταθεί ένας διεθνής οργανισμός μέσα στην Εκκλησία που να αναλάβει τη μελέτη των προβλημάτων της ειρήνης και της δικαιοσύνης. Η πρόταση δεν άργησε να γίνει πραγματικότητα. Στις 6 Ιανουαρίου 1967 ο Παύλος ΣΤ΄ ίδρυσε το νέο οργανισμό που πήρε το όνομα «Δικαιοσύνη και ειρήνη».

  • Πατέρα Θανάση σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη γιατί πιστεύω πως θα ενδιαφέρει τους αναγνώστες των Α. Ο. Οι παλαιότεροι θα θυμηθούν με συγκίνηση πιθανώς τα γεγονότα που έζησαν και τόνωσαν τον αποστολικό του ενθουσιασμό μέσα στην τοπική μας Εκκλησία. Οι νεότεροι για να κατανοήσουν τα οράματα επισκόπων, ιερέων, μοναχών αλλά και λαϊκών που εμπνεύστηκαν από τη δυναμική της Συνόδου, έζησαν και έδρασαν, κυρίως χάρη σ’ αυτή, βρήκαν το νόημα και την ελπίδα της ζωής και της αποστολής τους. Το Πανάγιο Πνεύμα συνεχίζει να φωτίζει και να αναζωογονεί την Εκκλησία του Χριστού παρ’ όλες τις νωχέλειες, τις αδυναμίες, την αμαρτωλότητα και την αμαρτία όλων μας!...

Η Μεγάλη Άνοιξη την οποία έζησε η Καθολική Εκκλησία και όλοι εμείς μαζί της κατά τη λαμπρή Αρχιερατεία του Μεγάλου Πάπα Ιωάννου Παύλου Β΄, με τις ιστορικές Εγκυκλίους του, τα ακούραστα αποστολικά του ταξίδια στις πέντε ηπείρους, τα θεαματικά ανοίγματά του προς τις άλλες Εκκλησίες, προς τις άλλες θρησκείες, προς όλους τους λαούς της γης, για την παγκόσμια ειρήνη και δικαιοσύνη, έχουν τις βαθιές ρίζες τους στην Β΄ Σύνοδο του Βατικανού, στην οποία συμμετείχε ο τότε Πολωνός Επίσκοπος Κάρολος Βοϋτίλα και ο τότε νεαρός Γερμανός θεολόγος Ιωσήφ Ράτσιγκερ, ο οποίος έγινε σήμερα ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄.

Η συνέντευξη δόθηκε
Στον π. Γαβριήλ Μαραγκό

   
     


©2005 Catholic Church of Greece