ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
τ. 1028 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού ανοίγει την Εκκλησία στο μέλλον

 

Εφευρίσκοντας το μέλλον

 

 

Μια επαναστατική πνοή

Έκκληση: Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού απέδωσε στο Ευαγγέλιο την κεντρική του θέση, μεταβάλλοντας τους τρόπους μας δράσης στην κατηχητική, τη λειτουργική, τη θεολογική σκέψη. Ο λαός του Θεού καλείται να ζει καθημερινά τη συλλογικότητα και την ευθύνη που η Σύνοδος τις είχε πειραματιστεί.


Χωρίς να ισχυριζόμαστε πως κάνομε έναν απολογισμό της Β΄ Συνόδου του Βατικανού -θα ήταν αλαζονικό σε λίγες σελίδες- είναι όμως μπορετό να σημειώσομε μερικές αλλαγές συμπεριφοράς που σφράγισαν τη ζωή της Εκκλησίας διαμέσου της Συνόδου. Θα ξεκινήσομε από τρεις διαφωτιστικές προοπτικές: η Σύνοδος ως εμπειρία, ως εκπλήρωση, ως άνοιγμα.

Μία εμπειρία στην κορυφή

Η Σύνοδος υπήρξε πρώτα πρώτα ένα πνευματικό γεγονός μέσα στη ζωή της Εκκλησίας, μια φανέρωση του Πνεύματος στις διαστάσεις της παγκόσμιας Εκκλησίας. Ένας μάρτυρας τόσο απαιτητικός και προσεκτικός όσο ο διαμαρτυρόμενος θεολόγος Κάρολος Barth δεν απατήθηκε σ’ αυτό: πέρα από τα παραγόμενα κείμενα, είναι αυτή η πνευματική κίνηση που του φαινόταν ουσιαστική και τον έκανε να αναρωτιέται ως διαμαρτυρόμενος. Έχομε συνηθίσει να αναγνωρίζομε το Πνεύμα επί τω έργω μέσα σε προνομιούχους μάρτυρες, τους αγίους, μέσα σε μικρές ομάδες που αποκαλούμε «πνευματικές» ή «χαρισματικές», αυτή τη φορά, είναι στην κεφαλή της Εκκλησίας, μέσα στο σώμα των συγκεντρωμένων επισκόπων, που φανερωνόταν. Βέβαια η Σύνοδος δεν ήταν δυνατό να γίνει παρά διαμέσου της δράσης ανθρώπων οι οποίοι, μετά τον Ιωάννη ΚΓ΄, πίστεψαν στη σπουδαιότητα αυτού που ζούσαν και δόθηκαν ολοκληρωτικά στο έργο του Πνεύματος. Με αυτούς όμως, αληθινά το επισκοπικό σώμα στο σύνολό του ανοίχτηκε στη δράση του Πνεύματος. Όταν ξέρομε τι αντιπροσωπεύει, κοινωνιολογικά, μια διεθνής συνέλευση δυο χιλιάδων μελών, τις νωθρότητές της και τις συγκρούσεις που, αναπόφευκτα, τη διαπερνούν, μπορούμε, ταπεινά, να αναγνωρίσομε, μέσα στο ιστορικό ξετύλιγμα της Β΄ Συνόδου του Βατικανού, τη δράση του Πνεύματος του Αγίου και να γευτούμε τους καρπούς του.

Η Σύνοδος υπήρξε επίσης μια μοναδική εκκλησιολογική εμπειρία. Πριν περιγράψουν την Εκκλησία ως κοινωνία, οι επίσκοποι έζησαν αυτή την πραγματικότητα. Για τρία χρόνια εργάστηκαν και προσευχήθηκαν μαζί. Έμαθαν να γνωρίζονται και να αλληλοακούγονται. Διαμέσου αυτών, οι τοπικές Εκκλησίες επικοινώνησαν, όχι πια μέσα στο μοναδικό δεσμό με τον Πάπα αλλά μέσα στην αδελφότητα των επισκόπων. Αμοιβαία, για τρία χρόνια, Πάπες, όπως ο Ιωάννης ΚΓ΄ και ο Παύλος ΣΤ΄, δε βρέθηκαν μόνοι στην κεφαλή της Εκκλησίας. Αν είχαν, σε λίγες ευκαιρίες, να επέμβουν στο όνομα της εξουσίας τους, το έκαμαν συνήθως υπηρετώντας τη Σύναξη για να τη βγάλουν από μια δύσκολη κατάσταση μέσα στο καθημερινό ξετύλιγμα της Συνόδου, έπαιξαν, ανάμεσα στους επισκόπους, τον παραδοσιακό ρόλο του επισκόπου της Ρώμης, υπηρέτη και εγγυητή της ενότητας των αδερφών του.

Τέλος η Σύνοδος υπήρξε ένας σημαντικός σταθμός του οικουμενικού διαλόγου. Αυτό που ούτε οι «Συνομιλίες της Μαλίν (Malines)» (1921-1926), ούτε οι προσπάθειες των πρωτοπόρων της οικουμενικής κίνησης δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν, η Σύνοδος το έκαμε: ένας καθημερινός διάλογος ανάμεσα στο σύνολο των επισκόπων και στους αντιπροσώπους των άλλων χριστιανικών Εκκλησιών. Διάλογος που απόβλεπε όχι σε θεολογικές φιλονικίες ανάμεσα σε χωρισμένους χριστιανούς, αλλά στα προβλήματα της Εκκλησίας μέσα στο σημερινό κόσμο. Και προπάντων, διάλογος στον οποίο η Ρωμαϊκή Εκκλησία δεν προσκαλούσε πριν από όλα τις άλλες Εκκλησίες να την ξανασυναντήσουν αλλά τους ζητούσε να τη βοηθήσουν να μεταρρυθμιστεί για να προχωρήσει μαζί τους επάνω στο δρόμο της ενότητας. Υπολογίζομε σήμερα αυτό που αντιπροσώπευσε αυτή η αλλαγή στάσης, τριάντα πέντε χρόνια μονάχα ύστερ’ από την εγκύκλιο του Πίου ΙΑ΄ Mortalium animos (1928) που καθιστούσε προσεκτικούς τους καθολικούς ενάντια στην οικουμενική κίνηση; Η Σύνοδος άνοιξε ένα δρόμο, τον ακολουθήσαμε με την ίδια γενναιοδωρία;

Ευαγγελική επικέντρωση

Αν εξετάσομε τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού στο επίπεδο του έργου της διδασκαλίας και ποιμαντικής, παρουσιάζεται σαν τον καρπός μιας μακρόχρονης ωρίμανσης, την ανάδυση στην κοινή συνείδηση της Εκκλησίας μιας ολόκληρης βιβλικής, λειτουργικής, θεολογικής, ιεραποστολικής άνοιξης που είχε παραμείνει ως τότε στο περιθώριο σε σχέση με τη ζωή του συνόλου του χριστιανικού λαού.

Το Ευαγγέλιο ξαναβρίσκει μια κεντρική θέση μέσα στην κατηχητική, τη λειτουργική, τη θεολογική σκέψη. Εκεί ακόμη, ο Κάρολος Barth είχε αντιληφτεί, από την αρχή της Συνόδου, τη δύναμη αυτής της ευαγγελικής επικέντρωσης και τις συνέπειες που θα είχε σε πολλά πεδία. Θα σημειώσει βαθιά την εξέλιξη της λειτουργικής και της πνευματικότητας, θα αναδείξει νέες τάσεις στο επίπεδο της ποιμαντικής και της ιεραποστολής, θα αλλάξει το ύφος των σχέσεων μέσα στην Εκκλησία, θα επηρεάσει βαθιά την ανανέωση της μοναχικής ζωής… Οι αντίπαλοι της Β΄ Συνόδου του Βατικανού θα πουν πως με τη Σύνοδο αυτή η καθολική Εκκλησία διαμαρτυροποιήθηκε. Αν θέλουν να πουν μ’ αυτό πως Καθολικοί και Διαμαρτυρόμενοι ξαναβρίσκονται σήμερα μέσα σε μια ίδια προσοχή για τη Γραφή, αυτό είναι αλήθεια και δεν μπορούμε παρά να το χαιρόμαστε βλέποντας την Εκκλησία να μεγαλώνει έτσι μέσα στην πιστότητα στο Λόγο του Θεού.

Χάρη σ’ αυτή την ευαγγελική επικέντρωση, η γλώσσα της πίστης ανανεώθηκε, όπως μαρτυρά η εξέλιξη της κατηχητικής και της λειτουργικής έπειτα από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού. Μέσα στα εγχειρίδια και τις κατηχητικές διαδρομές, η ιστορία της σωτηρίας και το πρόσωπο του Ιησού πήραν τη θέση των εννοιολογικών ορισμών για το Θεό. Στη λειτουργική ζωή, οι ευλάβειες που είχαν πάρει σιγά σιγά την πρώτη θέση στη συνείδηση των πιστών ξαναβρέθηκαν στη σειρά τους, δευτερεύουσα, για να φανερωθούν ξανά πάλι σε πλήρες φως η μελέτη των μυστηρίων του Χριστού, η διαρκής ανάγνωση του Λόγου του Θεού, η τριαδική δομή της χριστιανικής προσευχής. Υπήρξε ευπρόσδεκτο να ειρωνεύεται κανείς για τη φτώχεια των λειτουργικών συνθέσεων στη γαλλική γλώσσα π.χ. Αληθεύει για έναν ορισμένον αριθμό ασμάτων ή μεταφράσεων επεξεργασμένων βιαστικά στα πρώτα χρόνια μετά τη σύνοδο. Σήμερα σε αντιστάθμισμα, αρκεί να διαβάσομε και προπάντων να προσευχηθούμε με τα επίσημα προτεινόμενα κείμενα της Προσευχής του Παρόντα Καιρού για να αναγνωρίσομε πως πολλοί νέοι ύμνοι δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν, ούτε για το βάθος, ούτε για τη μορφή, από τους λατινικούς ύμνους της παλαιάς ακολουθίας προσευχών. Είναι άδικο να δυσφημίζομε χωρίς εξέταση ό,τι θα φανερωθεί στους ιστορικούς του μέλλοντος σαν ένας καιρός καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργικότητας, όπου όλα δεν είναι βέβαια ίσης αξίας αλλά όπου το καλύτερο είναι παρόν: μια ποίηση βιβλικής έμπνευσης, μέσα στην ομορφιά της γλώσσας, εκφράζει την καρδιά της πίστης.

Ο αποκαθιστάμενος δεσμός, στην τελετή όλων των μυστηρίων, ανάμεσα στο Λόγο του Θεού, που διαβάζεται και μελετάται, και τη λατρευτική πράξη, έκαμε να αναφύονται πολλά ερωτήματα πάνω στη σχέση πίστης και μυστηρίου, σχετικά με το βάφτισμα, το γάμο, το ευχέλαιο των αρρώστων. Βέβαια, όλα δεν είναι απλά στη μεταβατική περίοδο όπου ζούμε, αλλά πρέπει να χαιρόμαστε όταν οι συμβολικές πράξεις που εκφράζουν και πραγματοποιούν τη «νέα ζωή» με τον αναστημένο Χριστό προκαλούν την πίστη εκείνων που τις ζητούν.

Να πολλαπλασιάσομε τους δεσμούς

Είναι μέσα στο βλέμμα που η Εκκλησία έχει για τον ίδιο τον εαυτό της και για τις άλλες Εκκλησίες που η εξέλιξη είναι ίσως η πιο αισθητή. Αρκεί να ξαναδιαβάσομε παράλληλα τις εγκυκλίους του Πίου Ι΄ και τα κείμενα της Β΄ Συνόδου του Βατικανού για να πειστούμε γι’ αυτό. Την Εκκλησία συγκροτούν δυο πόλοι: ανάμεσα στους δύο πόλους που συγκροτούν την Εκκλησία: ο θεσμικός πόλος και ο πόλος κοινωνίας (κοινωνιακός πόλος). Η διάταξη αντιστρέφεται. Η κοινωνία γίνεται πρώτη, ο θεσμός όντας στην υπηρεσία της. Ξαφνικά η σχέση της Εκκλησίας της Ρώμης με τις άλλες Εκκλησίες αλλάζει: δεν πρόκειται πια να αναγκάσει τις άλλες Εκκλησίες να επανέρθουν μέσα στο θεσμό αλλά να επανασυνδέσει μαζί τους δεσμούς κοινωνίας ώστε ο θεσμός να μπορέσει μια μέρα να τις συγκεντρώσει. Όλη η οικουμενική προσπάθεια πάει προς αυτή την κατεύθυνση: να πολλαπλασιάσομε τους δεσμούς ώσπου να φτάσομε να ανακαλύψομε στους χριστιανούς πως, ζώντας με το ίδιο Πνεύμα, μπορούν να δεχτούν τις διαφορές τους μέσα στην ενότητα. Εδώ ακόμη η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού θυσιάζει τη θεολογική προσπάθεια, που επιχειρήθηκε από το 19ο αιώνα, για την επανασύνδεση με την εκκλησιολογία των Πατέρων της Εκκλησίας.

Αφετηρία

Μπροστά στις δυσκολίες που συναντά η Εκκλησία στην κοινωνική κρίση που ζούμε, συνέβηκε να λένε: «Όλη η Σύνοδος, τίποτε παρά η Σύνοδος!», ελπίζοντας να βρούνε εκεί ένα σημείο αναφοράς σαφές και που δεν επιδέχεται συζήτηση. Για να πούμε την αλήθεια, είναι αδύνατο να συγκρατήσομε αυτή τη διατύπωση επειδή, ενώ είναι ένα τέρμα, η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού είναι επίσης μια αφετηρία. Γιατί την εξέλιξη που καθιερώνει είναι μια εξέλιξη ζωντανή, δυναμική, ανοιχτή, δεν μπορούμε να είμαστε πιστοί στη Σύνοδο κλείνοντάς την στον εαυτό της. Γιατί ο κόσμος με τον οποίο θέλησε να βρίσκεται σε διάλογο αλλάζει, δε θα μπορούσαμε να εμπνευστούμε από τη Σύνοδο για μια παλινόρθωση του παρελθόντος.

Τα ίδια τα κείμενα της Συνόδου καλούν σ’ αυτή την υπέρβαση. Συχνά, παράθεσαν στην παλαιά γλώσσα μια νέα γλώσσα, στην εκκλησιολογία π.χ. Δεν μπόρεσαν πάντα να ξαναδιαβάσουν ή να ξαναερμηνεύσουν την παλαιά γλώσσα στο φως της νέας ούτε να βγάλουν όλα τα συμπεράσματα της νεωτερικότητας που επιβεβαιώνουν. Αυτό μένει να γίνει. Ο ίδιος ο Παύλος ΣΤ΄ καλούσε σ’ αυτό: «Στη χριστολογία και ειδικά στην εκκλησιολογία της Συνόδου πρέπει να επακολουθήσουν μια νέα μελέτη και μια νέα λατρεία του Πνεύματος του Αγίου, ακριβώς ως απαραίτητο συμπλήρωμα της διδασκαλίας της Συνόδου».

Δεν ισχυρίζομαι πως έχω εξαντλήσει το θέμα. Μπορούμε ήδη να διακρίνομε μερικά από τα πρωταρχικά πεδία εργασίας που προτάθηκαν από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού.

Στο επίπεδο διδασκαλίας, η Σύνοδος καλεί σε μιαν ανάπτυξη της Τριαδικής θεολογίας. Η υποδοχή που έγινε από την καθολική Εκκλησία στους ορθοδόξους θεολόγους και σε ορισμένες έρευνες της μεταρρυθμιστικής θεολογίας μπορούν να βοηθήσουν σ’ αυτό, αλλά η εργασία πρέπει να γίνει. Στο οικουμενικό επίπεδο, μπορούμε να πούμε πως η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού έβαλε τέλος στη θεολογία φιλονικιών όπου η κύρια απασχόληση είναι να φανερώνομε τα λάθη και τις αδυναμίες του άλλου. Περάσαμε έτσι από το ανάθεμα στο διάλογο. Αλλά ο διάλογος δεν είναι ακόμα η ενότητα και ο πειρασμός θα ήταν να ικανοποιούμαστε από μια κατάσταση όπου οι Εκκλησίες διαιωνίζουν ειρηνικά ένα χωρισμό που άρχισαν μέσα στη διαμάχη και σκλήρυνε μέσα στην πολεμική. Όσοι λένε σήμερα, πως - αφού γεύτηκαν τους καρπούς της Συνόδου - ο οικουμενισμός πλατειάζει, δεν έχουν εντελώς άδικο, γιατί, αν η εργασία των πρωτοπόρων του διαλόγου εξακολουθεί, δε βλέπομε ακόμα μια δυνατή υπέρβαση για να πάμε πέρα από το διάλογο.

Στο επίπεδο της ζωής και της διακυβέρνησης η Σύνοδος υπενθύμισε τη συλλογική διάσταση της Εκκλησίας και έδωσε γι’ αυτό, ένα τονωτικό παράδειγμα. Αλλά αφού επέστρεψαν οι επίσκοποι στις έδρες τους, οι παλιές συνήθειες έκαμαν αισθητό το βάρος τους και οι νέες δομές (σύνοδοι, συμβούλια…) δυσκολεύτηκαν να βρουν τη θέση τους. Το πρωτείο μέσα στη συλλογικότητα στην κορυφή, η διακονία στην υπηρεσία της ευθύνης όλων στη βάση είναι πραγματικότητες που δυσκολευόμαστε ακόμα να ζήσομε. Η καλή θέληση των ατόμων και η ειλικρίνεια των διακηρύξεων δεν αρκούν πάντοτε για να επανορθώσουν τα κληρονομημένα βάρη ενός μακρινού παρελθόντος.

Michel Rondet
Ιησουίτης, θεολόγος
Μετάφραση: π. Μάριος Ψάλτης

 
   
     


©2005 Catholic Church of Greece