ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
τ. 1028 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού ανοίγει την Εκκλησία στο μέλλον

 

Συλλογικότητα και Πρωτείο

 

Νέες επιδιώξεις της Β΄ Συνόδου του Βατικανού
και ελλιπής αφομοίωση

Είναι φανερό ότι με τις θέσεις και τη φρασεολογία της, όσον αφορά στη συλλογικότητα των επισκόπων, κυρίως στο Συνοδικό Όρο “Lumen Gentium” (Φως των Εθνών) αρ. 22, η Β΄ σύνοδος του Βατικανού έθεσε το παπικό πρωτείο εντός νέου πλαισίου, έτσι ώστε να μην υπάρχει υποχρεωτική αντιπαράθεση μεταξύ της οικουμενικής εξουσίας του πάπα και της τοπικής εξουσίας ενός εκάστου των επισκόπων. Πράγματι, η παλαιότερη θεώρηση των πραγμάτων είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα να εμφανίζεται η επισκοπική εξουσία ως εκχωρούμενη από την πληρότητα δικαιοδοσίας του πάπα. Την εκκλησιολογία της καθαρής δικαιοδοσίας διαδέχεται τώρα η σφαιρική έννοια της συλλογικότητας. Ο θεσμός του επισκόπου δεν εννοείται πλέον ατομικά και μεμονωμένα. Με τη χειροτονία του γίνεται μέλος ενός σώματος και επιφορτίζεται με καθήκοντα διδασκάλου και καθοδηγητού, που «δεν είναι δυνατό, εκ της φύσεως αυτών, να ασκηθούν εκτός της ιεραρχικής κοινωνίας της Εκκλησίας με τον επικεφαλής και τα μέλη του επισκοπικού σώματος». Το επισκοπικό σώμα έχει τη δική του δομή με ενωτικό κέντρο τον επίσκοπο Ρώμης και δεν μπορεί να ενεργεί αποκομμένα από αυτόν.

Από μια άλλη όμως πλευρά, η Β΄ σύνοδος του Βατικανού δίστασε να δεχτεί το πρωτείο με τρόπο συνεπή και αποκλειστικά ως κέντρο του επισκοπικού σώματος. Αυτό δεν είναι εμφανές μόνο στη “Nota praevia” του Παύλου ΣΤ΄, αλλά και στις αλλαγές που επήλθαν στο οριστικό κείμενο του συνοδικού διατάγματος “Lumen gentium” στην παράγραφο 22, σε σχέση με το αρχικό κείμενο του 1963. Σ’ αυτό, αποκλείεται κάθε δυνατότητα δράσης του επισκοπικού σώματος χωρίς τον επί κεφαλής και υπογραμμίζεται ότι δεν μπορεί να ενεργεί παρά μόνο συλλογικά και σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης.

Το νέο στοιχείο στο κείμενο του 1964 είναι ότι ο πάπας τοποθετείται κατά κάποιο τρόπο «υπεράνω του επισκοπικού σώματος» υπό την ιδιότητα του τοποτηρητού του Ιησού Χριστού. Ενώ το κείμενο του 1963 έδινε την εντύπωση ότι πραγματικός φορέας της εκκλησιαστικής εξουσίας είναι το ευρισκόμενο σε κοινωνία με τον επίσκοπο Ρώμης επισκοπικό σώμα, τώρα φαίνεται να ισχύει μια διπλή υπέρτατη αρχή: από τη μια, ο σύλλογος των επισκόπων με κεφαλή τον πάπα και, από την άλλη, μόνη η κεφαλή. Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από τη “Nota praevia”, που συνεχώς επαναλαμβάνει ότι ο πάπας μπορεί επίσης να ασκεί τη διακονία του «μόνος».

Όλα αυτά μαρτυρούν ότι, κατά βάθος, δεν επιτεύχθηκε η αρμονία μεταξύ παποσύνης και επισκοπικού σώματος. Η εκκλησιολογία της δικαιοδοσίας, δηλαδή η Α΄ εν Βατικανώ σύνοδος, και η παλαιότερη εκκλησιολογία της κοινωνίας (communio) τοποθετήθηκαν ασύνδετα η μία δίπλα στην άλλη. Πρόκειται για μια προβληματική άρθρωση, της οποίας οι συνέπειες γίνονται αισθητές όχι τόσο στη θεολογία όσο στην εκκλησιαστική πράξη.

Το πρόβλημα οξύνθηκε λόγω της κατανοητής πολιτικής της Ρώμης εν μέσω της μετασυνοδικής κρίσης. Δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί σε περίοδο κρίσεως την ελάττωση της εξουσίας της. Η συλλογικότητα των επισκόπων τέθηκε στην υπηρεσία μιας πιο αποτελεσματικής διοίκησης της Εκκλησίας σύμφωνα με τις ανάγκες, αλλά χωρίς να αποτελεί παράγοντα δυνάμενο να ασκεί κριτική, να προξενεί σύγχυση, ταραχή και κίνδυνο. Οι συλλογικές αποφάσεις φάνηκαν να είναι επιθυμητές μόνο στις περιπτώσεις που δεν αναμένονταν δυσάρεστες εκπλήξεις. Δεν ήταν όμως αυτές επιθυμητές όταν διαφαινόταν κίνδυνος απρόβλεπτων εξελίξεων.

Στο σημείο αυτό, η ιστορική αναδρομή στην ιστορία θα μπορούσε να μας βάλει σε ορισμένες σκέψεις. Η ιστορία της Εκκλησίας μας έχει ήδη διδάξει την άλυτη αντιπαλότητα των δύο εκκλησιολογιών. Άλλοτε επεκράτησε η μοναρχική εκκλησιολογία ως ισχυρότερη και αποτελεσματικότερη σε δύσκολες συγκυρίες. Στην εποχή των μεταρρυθμιστικών συνόδων, στο τέλος του μεσαίωνα, μετά την Κωνσταντία, το δίλημμα ήταν το εξής: είτε η σύνοδος είναι υπεράνω του πάπα είτε ο πάπας υπεράνω αυτής. Απέτυχε τότε ο συμβιβασμός μεταξύ της μοναρχικής εκκλησιολογίας και μιας εκκλησιολογίας της συνόδου, που ανακάλυπτε κάποιες ξεχασμένες πτυχές της εκκλησιολογίας (συγκεκριμένα, την Εκκλησία ως κοινωνία), οι οποίες όμως υποστηρίζονταν κατά τρόπο απόλυτο με αποτέλεσμα να επικρατήσει πάλι η μονομέρεια. Στην εκκλησιολογία της κοινωνίας έπαιξαν ρόλο, εκτός από τις τοπικές παραδόσεις, διάφορα λαϊκά πρότυπα (τότε τα συνεταιρικά κινήματα, σήμερα τα δημοκρατικά ήθη).

Μήπως όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, χωρίς την επίτευξη ενότητας των δύο εκκλησιολογιών, θα δούμε και πάλι να επιβάλλεται θεωρητικά και πρακτικά μια καθαρά μοναρχική εκκλησιολογία, που θα απωθήσει, όπως και παλαιότερα, κατά το 15ο αιώνα, τις μορφές συλλογικότητας και συνοδικότητας που πρόσφατα επανεμφανίστηκαν στο προσκήνιο;

π. Klaus SCHATZ
Ιησουίτης Θεολόγος
«Το Πρωτείο του Πάπα», σ.245-247
Μτφρ. Μ. Ρούσσος – Μηλιδώνης


   
     


©2005 Catholic Church of Greece