ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
τ. 1028 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού ανοίγει την Εκκλησία στο μέλλον

 

Σε τι πρωτοτύπησε η Σύνοδος;…

 


Η συνείδηση στην καρδιά της πίστης

Ένα μεγάλο άλμα. Η σύνοδος θεώρησε την ελευθερία της συνείδησης ως το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προϋπόθεση κάθε αυθεντικής ζωής πίστης. Η τοποθέτηση αυτή, η οποία μας φαίνεται σήμερα πολύ φυσική, διέκοπτε μια πρακτική αιώνων, πράγμα που θα είχε σημαντικές επιπτώσεις.

Για να κατανοήσει κανείς την πρωτοτυπία της Β΄ Βατικανής Συνόδου, πρέπει να αναγνωρίσει τη μεγάλη διδακτική δύναμη των κειμένων της. Οι επίσκοποι θέλησαν να επαναλάβουν και να επανερμηνεύσουν το σύνολο του χριστιανικού μυστηρίου. Και έκαμαν τούτο για λόγους κυρίως ποιμαντικούς. Η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού πραγματοποιεί «ένα πέρασμα» με τη βιβλική σημασία του όρου. Ζούμε μέσα στην ιστορία και δεν μπορούμε να «κάνουμε επίδειξη Πνεύματος και των δυνάμεων» (1η Κορ 2, 4), στις αρχές του 21ου αιώνα, έξω από τον κόσμο και έξω από την κοινωνία.

Η Εκκλησία, η οποία μέχρι το 1960 σημαδεύτηκε από το πνεύμα της οικουμενικής Συνόδου της Τριδέντου, όφειλε να αλλάξει «πρόσωπο». Μετά τη γλώσσα, η πρόκληση της θρησκευτικής ελευθερίας παρουσιάζεται θεμελιώδης και η απασχόληση της Συνόδου με την παρουσία της συνείδησης στην καρδιά κάθε ανθρώπινης πίστης, φανερώνει το «πέρασμα» της Εκκλησίας σε άλλο πρόσωπο.

Παλιά δομή τεσσάρων αιώνων

Μεγάλο μέρος της δεύτερης και της τρίτης συνεδρίασης της Συνόδου (1963-64) αφιερώθηκε στο θέμα της Εκκλησίας. Το αποτέλεσμα ήταν η δογματική Διάταξη για την Εκκλησία, η Lumen Gentium, που είναι το αριστούργημα της Συνόδου.

Μεταξύ δεύτερης και τρίτης συνεδρίασης επήλθε μια αλλαγή στο σχέδιο. Στο πρώτο κεφάλαιο γίνεται λόγος για την Εκκλησία ως μυστήριο δηλαδή ως «σημείο και μέσον της βαθιάς ένωσης με το Θεό και ολόκληρο το ανθρώπινο γένος»: γίνεται λόγος για την Εκκλησία που προεικονίζει τώρα, μέσα στους πολυποίκιλους πολιτισμούς, την παγκόσμια Πεντηκοστή του τέλους του κόσμου. Στο αρχικό σχέδιο ακολουθούσε αμέσως ένα δεύτερο κεφάλαιο αφιερωμένο στην ιεραρχική συγκρότηση της Εκκλησίας, κατόπιν ακολουθούσε ένα τρίτο κεφάλαιο για τους λαϊκούς, ένα τέταρτο για το κάλεσμα προς την αγιοσύνη και ένα πέμπτο για τους μοναχούς, κτλ. Η μεγάλη αλλαγή που μετά από μακρά συζήτηση επήλθε στο σχέδιο, το 1964, συνίσταται στην εισαγωγή μεταξύ του πρώτου κεφαλαίου για το μυστήριο της Εκκλησίας και εκείνου για την ιεραρχία, ενός νέου κεφαλαίου με τίτλο: «Ο λαός του Θεού».

Ποια η σημασία αυτής της βασικότατης αλλαγής;

Πρέπει να επανέλθουμε ξανά στην προ της Β΄ Βατικανής Συνόδου περίοδο. Από την Αντιμεταρρύθμιση του 16ου αιώνα (τις κατηχήσεις του καρδιναλίου Ροβέρτου Βελαρμίνου) η Εκκλησία οριζόταν στην ουσία, ως μια ιεραρχική κοινωνία με πυραμιδοειδή δομή. Για να την περιγράψει κανείς, άρχιζε από ψηλά: τον πάπα, τους καρδιναλίους, τους επισκόπους, τους ιερείς, τους διακόνους, τους υποδιακόνους και τελικά και τους πιστούς. Η αντίληψη των πάντων ξεκινούσε από πάνω: της λειτουργίας, του κανονικού δικαίου, της κατήχησης. Γινόταν δηλαδή λόγος για μια «ποιμαντική του πλαισίου». Η ιεραρχία ήταν το ενεργό μέρος, ενώ οι πιστοί αποτελούσαν το πεδίο της ποιμαντικής δράσης των ιερέων. Το περιεχόμενο των κατηχήσεων αποφασιζόταν στη Ρώμη και μεταδιδόταν, μέσω ιεραρχικής οδού, ως τα βάθη των επαρχιών. Επρόκειτο για καθαρή καρικατούρα. Πρέπει ωστόσο να προσθέσουμε ότι από τον περασμένο αιώνα ένας αξιόλογος αριθμός λαϊκών ανέλαβαν δράση. Η αποστολή των λαϊκών, οι οργανώσεις της καθολικής δράσης, κτλ. άρχιζαν να δηλώνουν την αρμοδιότητά τους στο πεδίο της καθημερινής ζωής των λαϊκών και να διαταράσσουν το πρόσωπο της Εκκλησίας ως μόνο ιεραρχία.

Όλοι οι βαπτισμένοι είναι ίσοι

Η μεγάλη πλειοψηφία των συνοδικών Πατέρων ήταν πεπεισμένοι ότι αυτή η αντίληψη έπρεπε οπωσδήποτε να αλλάξει. Οι διαμαρτυρόμενοι ήδη τον 16ο αιώνα είχαν επιμείνει για την «κλήση» που παρέχει το βάπτισμα σε όλους τους χριστιανούς. Οι καθολικοί βιβλιστές είχαν συνειδητοποιήσει ότι η εικόνα που η Καινή Διαθήκη έδινε στην Εκκλησία ήταν σαφώς διαφορετική από την εικόνα μιας Εκκλησίας αποκλειστικά ιεραρχικής. Εισάγοντας ένα κεφάλαιο για το λαό του Θεού και την κοινή κλήση όλων των χριστιανών, -η οποία προηγείται κάθε παραπέρα διαφοροποίησης μεταξύ λαϊκών και ποιμένων- η Σύνοδος πήρε μια σημαντικότατη απόφαση που αποκαθιστά το καινοδιαθηκικό πρόσωπο της Εκκλησίας και το συνδέει με τη μακρά θεολογική παράδοση. Ο άγιος Αυγουστίνος δεν λέει: «μαζί σας είμαι χριστιανός και για σας είμαι επίσκοπος»;

Οι αντιδράσεις που εκδηλώθηκαν κατά τη διάρκεια της Συνόδου και οι οποίες, από τότε, δεν έπαψαν να υπάρχουν, δίνουν το μέτρο της αλλαγής προοπτικής. Αν όλοι έχουν δικαίωμα του λόγου μέσα στην Εκκλησία, αν όλοι μπορούν να «συμμετέχουν ενεργά» στις ιεροτελεστίες, αν όλοι αναλαμβάνουν ευθύνες μέσα στις εκκλησιαστικές κοινότητες, η Εκκλησία μήπως προσαρμόζεται, κατά τρόπο υπερβολικό, στην κοινωνία χάνοντας αναπόφευκτα την υπερφυσική της ταυτότητα;

Οι Πατέρες της Συνόδου αξιολόγησαν αυτές τις δυσκολίες και προέβαλαν επιχειρήματα τόσο δογματικά όσο και ποιμαντικά προκειμένου να στηρίξουν την απόφασή τους. Από θεολογική άποψη, πρέπει να πούμε ότι ο Χριστός έδωσε τη ζωή του για όλους. Η προσφορά αυτή του Χριστού γίνεται δεκτή από τους χριστιανούς με τη ομολογία της πίστης και το βάπτισμα. Δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ βαπτισμένων, μεταξύ αυτών που συγκροτούν το λαό του Θεού. Αλλά θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την ταυτότητα των ποιμένων (επισκόπων και ιερέων): με δύο λόγια, μπορούμε να πούμε, ότι αυτοί, κατά κάποιο τρόπο, καλύπτουν μέσα στη χριστιανική κοινότητα, «την κενή θέση» την οποία κανείς δεν μπορεί να καταλάβει παρά μόνο ο ίδιος ο Χριστός, απών και όμως μυστηριακά παρών στις συνάξεις του λαού του.

Από ποιμαντικής άποψης τονίζεται πολύ η ευθύνη όλων των χριστιανών να «συγκροτούν Εκκλησία», κατά μία πιο πρόσφατη διατύπωση, ο καθένας ανάλογα με τις αρμοδιότητές του και τα χαρίσματά του. Τούτο σαφώς συνεπάγεται την ανάγκη όλων: να εκπαιδευτούν στη βίβλο, στη θεολογία, στην πνευματική εμψύχωση των άλλων, στη συνοδεία και φροντίδα των αρρώστων, των ηλικιωμένων και των νέων, κτλ. Όλοι οφείλουν να έχουν τη μέριμνα του Ευαγγελίου. Ό,τι το 1964 ήταν ακόμη μεγάλη ουτοπία, έγινε πραγματικότητα. Αρκεί να διασχίσει κανείς μια χώρα όπως τη Γαλλία και να παρακολουθήσει τις συνάξεις των κοινοτήτων. Όλα δεν είναι τέλεια, όμως εκπλήσσεται κανείς από τη δημιουργικότητα, από το κοινό ανθρώπινο και χριστιανικό αίσθημα που η Σύνοδος κατάφερε να προκαλέσει.

Το καθήκον να υπακούμε στη συνείδησή μας

Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί η σύνταξη του διατάγματος για τη θρησκευτική ελευθερία (Dignitatis humanae) απαίτησε τόσο πολύ χρόνο. Άρχισε το 1963 και ολοκληρώθηκε το 1965. Ανάμεσα σ’ αυτούς που δεν ψήφισαν το κείμενο ήταν και ο Σεβασμιώτατος Lefebvre ο οποίος από τότε δεν έπαυσε να καταφέρεται κατά του διατάγματος. Εξέφραζε μια σειρά ερωτημάτων που έθεταν πολλοί καθολικοί την εποχή της Συνόδου. Αν όλοι είναι ελεύθεροι, στη συνείδησή τους, να ασπαστούν τη θρησκεία της επιλογής τους, πώς να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα της αλήθειας, το δικαίωμα και το καθήκον της καθολικής Εκκλησίας, μοναδικού «θεματοφύλακα της αλήθειας» στον κόσμο μας, να μεταδώσει την αλήθεια στα πέρατα της γης; Και αν η ίδια η Εκκλησία υπερασπίζεται την ελευθερία της συνείδησης, πώς μπορεί να δίνει «εντολές» στους πιστούς σε θέματα π.χ. κοινωνικά ή ηθικά;

Ο Θεός και η ανθρώπινη συνείδηση

Οι επίσκοποι είχαν δίκιο να μη βιάζονται όταν καταπιάστηκαν με τα σοβαρά αυτά ερωτήματα. Αυτό που αναδείχτηκε βγήκε από τις συζητήσεις βρίσκεται σε ευθεία γραμμή με το Ευαγγελικό μήνυμα. Η σύνοδος ακολουθεί τον τρόπο που αντιμετώπιζε τα πράγματα ο Ιησούς και οι Απόστολοι: «Με θάρρος, διέδιδαν σε όλους το σχέδιο του Θεού Σωτήρα, αλλά ταυτόχρονα, απέναντι στους ασθενείς στην πίστη, ακόμη και όταν βρίσκονταν σε πλάνη, έδειχναν σεβασμό, φανερώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, ότι ο «καθένας μας, θα λογοδοτήσει στο Θεό για τον εαυτό του (Ρωμ 14,12), και συνεπώς είναι υποχρεωμένος να υπακούει στη συνείδησή του» (Dignitatis humanae 11).

Η πολύ σημαντική διακήρυξη της Συνόδου είναι ακριβώς ότι «η αλήθεια δεν επιβάλλεται ποτέ με τη δύναμη, αλλά με τη δύναμη της (πεποίθησης) ίδιας της αλήθειας η οποία διαπερνά το πνεύμα τόσο με απαλότητα όσο και με δύναμη (Dignitatis humanae, 1). Για τη θεμελίωση αυτής της διακήρυξης οι επίσκοποι επικαλούνται τη μυστηριακή σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Σχέση που μπορούμε κάλλιστα να συγκρίνουμε με διάλογο μεταξύ φίλων: Ο Θεός δεν παρουσιάζει κάτι (αυτό ή εκείνο), αλλά δίνεται ο ίδιος (τίποτε περισσότερο ή λιγότερο) και με πολύ υπομονή αναμένει τον άνθρωπο να αποφασίσει να του δοθεί κι εκείνος: «Δώσ’ μου, γιε μου, την καρδιά σου», σύμφωνα με την υπέροχη έκφραση του βιβλίου των Παροιμιών (23, 26).

Η ελευθερία της συνείδησης είναι λοιπόν όρος απαραίτητος για να μπορέσει ο άνθρωπος να συνάψει με το Θεό μιαν ελεύθερη σχέση, άξια του Θεού και του ανθρώπου: ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, όλους τους ανθρώπους, «για να μπορέσουν να αναζητήσουν και να βρουν την αλήθεια» (4η Ευχαριστιακή Ευχή). Συνεπώς η ηθική υποχρέωση δεν αφορά άμεσα στην υιοθέτηση της καθολικής αλήθειας, αλλά στην υπεύθυνη αναζήτηση της αλήθειας. Πώς να αναζητήσεις την αλήθεια, με υπεύθυνο τρόπο, μέσα από διάλογο και συζήτηση με τους άλλους, κάτω από ένα πολιτικό καθεστώς που θα την επέβαλλε στην ολότητά της;

Η «θρησκευτική ελευθερία» ορίζεται από τη Σύνοδο ως «απουσία κάθε εξαναγκασμού», είτε αυτός επιβάλλεται από την κοινωνία είτε από κάποια εκκλησιαστική κοινότητα ή θρησκεία. Είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της «ανθρώπινης αξιοπρέπειας» και η προϋπόθεση κάθε θρησκευτικής ζωής και κάθε αυθεντικής πίστης. Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας τοποθέτησης στις σχέσεις των χριστιανών με τους με όσους έχουν διαφορετική πίστη αλλά και στη σύγχρονη καθημερινή ζωή είναι σημαντικές. Η διεθνής κοινή γνώμη δέχτηκε το κείμενο αυτό, ίσως το σημαντικότερο της Συνόδου, με μεγάλη έκπληξη και εκτίμηση. Ο Πάπας Παύλος 6ος, είχε την ευκαιρία να ακούσει τη θετική απήχηση του συνοδικού κειμένου, τον Οκτώβριο του 1965, κατά την επίσκεψή του στα Ηνωμένα Έθνη, στη Νέα Υόρκη.

Χριστόφορος Theobald τ.Ι.
Μετάφραση: Πέτρου Ανδριώτη

Η Εκκλησία
μπροστά στους κινδύνους
της δημοκρατίας

Πολλές προσπάθειες καταβλήθηκαν για να δώσουν στην Εκκλησία ένα νέο πρόσωπο. Η άλλη πλευρά του συνοδικού έργου που αφορά στον αγώνα για την ελευθερία της συνείδησης και στην αποστολή των χριστιανών μέσα στο σύγχρονο κόσμο, αντιμετωπίζει ίσως περισσότερη δυσκολία στην πράξη. Πρέπει να φροντίζουμε διαρκώς για την πνευματική μας καλλιέργεια ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε το έργο του Πνεύματος μέσα στον κόσμο και μέσα στην κοινωνία.

Πώς μπορεί η Εκκλησία να τοποθετηθεί μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία; Το ερώτημα μοιάζει εντελώς αναχρονιστικό. Και όμως! Η συνολική αντίληψη του καθολικισμού για τη χριστιανική και ανθρώπινη ζωή στάθηκε για πολλούς εμπόδιο να αποδεχτούν μια εκκοσμικευμένη και «λαϊκή» κοινωνία που βρίσκει αλλού την αληθινή πηγή έμπνευσής της. Οι μεγάλες βασικές αξίες της γαλλικής Επανάστασης, που θεμελιώνουν τις κοινωνίες μας, δηλαδή η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη, φαίνονταν σε πολλούς χριστιανούς της δεκαετίας του ’60 αντίθετες προς τις αξίες του καθολικισμού. Πράγματι ο καθολικισμός δεν θεμελιώνεται πάνω σε κεντρικές έννοιες όπως η εξουσία (το δικαίωμα του Θεού πάνω σε όλους τους ανθρώπους που έρχεται σε αντίθεση με τα δικαιώματα του ανθρώπου), η ιεραρχία (η Εκκλησία είναι όντως ιεραρχική κοινωνία), η σωτηρία μόνον για ορισμένους (εκτός Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία);

Πέραν της βαθιάς αυτής υποψίας έναντι του καθολικισμού, δεν πρέπει να ξεχνάμε την ιστορική κατάσταση του 1963. Την εποχή εκείνη, υπήρχαν ακόμη κράτη «καθολικά» όπως η Ισπανία του Φράνκο, στα οποία δεν επικρατούσε πραγματική θρησκευτική ελευθερία για όλους. Από την άλλη πλευρά, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ανατολής συνέχιζαν να καταπιέζουν και να αναγκάζουν σε σιωπή τις χριστιανικές Εκκλησίες. Πώς η καθολική Εκκλησία να διαμαρτυρηθεί για την έλλειψη ελευθερίας που και εκείνη υφίσταται χωρίς να το κάνει και γι’ αυτούς που ζουν σε κράτη όπου η ίδια απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση; Γι’ αυτό οι υπερασπιστές της λαϊκότητας στη Γαλλία ή στις Η.Π.Α. ανέμεναν από τους καθολικούς πολύ περισσότερο από λεκτικές παραχωρήσεις. Οι διαμάχες στις Η.Π.Α. γύρω από την εκλογή του καθολικού Κέννεντυ (1960) υπενθυμίζουν αυτούς τους φόβους.

Χρ. Theobald

 

 

   
     


©2005 Catholic Church of Greece