ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ
τ. 1028 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2005

Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού ανοίγει την Εκκλησία στο μέλλον

 

Ενότητα και ποικιλία των θεμάτων

Σαράντα χρόνια ύστερα από τη λήξη της Β΄ Συνόδου του Βατικανού μπορεί άνετα να ισχυρισθεί κανείς ότι αυτή αποτελεί το μεγαλύτερο θρησκευτικό γεγονός του 20ου αιώνα.

Το ότι συγκλήθηκε και πραγματοποιήθηκε μια τέτοια Σύνοδος αποτελεί ήδη, αυτό καθ’ αυτό, γεγονός εξαιρετικής σημασίας. Πράγματι, μετά από την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού, με τη διακήρυξη του παπικού αλάθητου, και ύστερα από τη μακρόχρονη έγκυρη διδασκαλία του πάπα Πίου ΙΒ΄, που ασχολήθηκε με όλα τα προβλήματα της Εκκλησίας, σχεδόν όλοι νόμιζαν ότι μια νέα Σύνοδος ήταν άχρηστη, για να μην πούμε αδύνατη.

Κι’ όμως η χαρισματική διορατικότητα του Ιωάννη ΚΓ΄ έκαμε το θαύμα, που έδωσε νέα πορεία στην Καθολική Εκκλησία. Θα επιχειρήσουμε να κάμουμε μια σύντομη ανασκόπηση αυτής της Συνόδου.

Ενότητα και ποικιλία
των κειμένων και των θεμάτων

Μπορούμε ν’ αναρωτηθούμε ποιο είναι το κεντρικό θέμα που αποτελεί και την ενότητα όλων των συνοδικών κειμένων.

Αυτό το κεντρικό θέμα είναι η Εκκλησία. Δεν πρόκειται όμως για μια αφηρημένη θεώρηση της Εκκλησίας. Η Εκκλησία θέλει να συνειδητοποιήσει τη φύση της, για να μπορέσει να τη μετατρέψει σε δράση. Θέλει να καταλάβει όλο και περισσότερο τι είναι, για να γίνει όλο και περισσότερο αυτό που είναι.

Πρόκειται για μια ολική προσπάθεια ανανέωσης της Εκκλησίας, μια μοναδική και ισχυρή ώθηση προς τα εμπρός, για ένα aggiornamento σ’ όλους τους τομείς. Το κεντρικό, όμως, θέμα της Συνόδου, η Εκκλησία, διαφοροποιείται ποικιλόμορφα στα διάφορα κείμενα.

Τα τελικά κείμενα που κωδικοποιούν την προσπάθεια ανανέωσης της Καθολικής Εκκλησίας είναι 16. Ο τόνος, το στυλ, το θεολογικό βάθος αυτών των συνοδικών κειμένων δεν είναι πάντοτε ομοιόμορφα. Εξαρτάται από το σκοπό που επιδιώκουν και από τα πρόσωπα στα οποία απευθύνονται.

Πρώτα απ’ όλα έχουμε 4 Διατάξεις (συντάγματα–constitutions) : α. «Περί Λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας», β. «Περί Εκκλησίας», γ. «Περί θείας Αποκάλυψης», δ. «Η Εκκλησία μέσα στο σύγχρονο κόσμο». Αυτές οι Διατάξεις έχουν κυρίως δογματικό περιεχόμενο. Αποτελούν ένα είδος a priori συνταγματικών θεολογικών αρχών, βάσει των οποίων πρέπει να πραγματοποιηθεί η ποιμαντική ανανέωση της Καθολικής Εκκλησίας. Αφορούν κυρίως την πίστη των καθολικών και τη διδακτική κατηχητική δράση της Εκκλησίας. Καμιά σοβαρή θεολογική μελέτη, τώρα πια, δεν μπορεί να αγνοήσει αυτά τα κείμενα. Πρόκειται για την πιο αυθεντική πρόσφατη διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας.

Άλλα 9 τελικά κείμενα λέγονται Διατάγματα (decreta). Αυτά προϋποθέτουν τη δογματική διδασκαλία των προηγουμένων διατάξεων και αναφέρονται κυρίως σε πρακτικά και πειθαρχικά θέματα για την ανανέωση. Απευθύνονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων: ιερείς, επισκόπους, μοναχούς, λαϊκούς ή σε μεγάλα προβλήματα της Εκκλησίας: οι ανατολικές καθολικές εκκλησίες, ο οικουμενισμός, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι ιεραποστολές. Μερικά απ’ αυτά τα κείμενα περιέχουν και βαθιές θεολογικές αρχές, όπως το Διάταγμα Περί Οικουμενισμού, στο οποίο μπορούμε να βρούμε τις θεολογικές αρχές του καθολικού οικουμενισμού.

Τα 3 υπόλοιπα κείμενα ονομάζονται Δηλώσεις (declarationes). Αναφέρονται σε συγκεκριμένα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου: θρησκευτική ελευθερία, χριστιανική παιδεία, μη χριστιανικές θρησκείες, με ιδιαίτερη αναφορά στον εβραϊσμό. Αν και αυτά τα κείμενα περιέχουν αρκετά διδακτικά στοιχεία, ωστόσο αναφέρονται κυρίως σε προβλήματα που υπερβαίνουν τον εσωτερικό χώρο της Εκκλησίας. Πρόκειται για μια απάντηση στις προσδοκίες του κόσμου, μια συμμετοχή της Εκκλησίας στα κοινά προβλήματα.

 

Ερμηνεύοντας τη Σύνοδο

Δε θα μπορέσουμε να καταλάβουμε το πνεύμα της Συνόδου, και επομένως να το ερμηνεύσουμε σωστά, αν δεν έχουμε υπόψη μας, σαν προϋπόθεση, ότι σ’ αυτή τη Σύνοδο συνυπάρχουν, αρμονικά, διάφορες θεολογικές σχολές, διάφορες νοοτροπίες και παραδόσεις. Και δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά από τη στιγμή που οι τρεις χιλιάδες περίπου επίσκοποι, που πήραν μέρος σ’ αυτή, αντιπροσώπευαν όλες τις τάσεις, όλες τις θεολογικές σχολές και τις νοοτροπίες της Καθολικής Εκκλησίας. Αυτή είναι η αιτία που μέσα στα συνοδικά κείμενα υπάρχουν διάφορες «γλώσσες» και πρέπει να ξέρει κανείς να τις εντοπίσει και να τις ερμηνεύσει.

Ένα πράγμα είναι σίγουρο: το μονολιθικό μπλοκ, που χαρακτήριζε πρώτα επίσημα την Καθολική Εκκλησία, δεν υπάρχει πια. Αυτό ενόχλησε και ενοχλεί ακόμη πολλούς. Και όμως αυτός ο πλουραλισμός της Συνόδου φανερώνει την παγκοσμιότητα της Εκκλησίας, που δε θέλει να ταυτίζεται πια μόνο με μια κουλτούρα, αλλά να ενσαρκώνεται συνεχώς σε διάφορους λαούς και κουλτούρες.

Ο πάπας Παύλος ΣΤ΄, στην εγκύκλιό του Ecclesiam suam, μας δίνει τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα συνοδικά κείμενα. Αυτά τα βασικά κριτήρια είναι τρία: Συνειδητοποίηση, Ανανέωση, Διάλογος.

Όπως ήδη αναφέραμε, το κεντρικό θέμα της Συνόδου είναι η Εκκλησία. Είναι η Εκκλησία που πρέπει να συνειδητοποιήσει τη φύση της, να ανανεωθεί και να μπει σε διάλογο.

Ο διάλογος είναι εσωεκκλησιαστικός και εξωεκκλησιαστικός.

Ο εσωτερικός έχει δυο κατευθύνσεις: Κάθετα με το Θεό και οριζόντια με τους ανθρώπους. Στην πρώτη αναφέρονται τα κείμενα που αφορούν την Αποκάλυψη, δηλαδή ο Θεός που μιλάει στους ανθρώπους, και αυτά που αφορούν τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, δηλαδή ο άνθρωπος που απαντάει στο Θεό. Στη δεύτερη, την οριζόντια, βρίσκουμε τα κείμενα που αφορούν το διάλογο των καθολικών με τις υπόλοιπες χριστιανικές ομολογίες.
Ο εξωτερικός διάλογος έχει σαν αντικείμενο τις μη χριστιανικές θρησκείες και όλους τους καλής θέλησης ανθρώπους.

Μια ιδέα, πρωταρχικής σημασίας, που κυριαρχεί και εμπνέει τα συνοδικά κείμενα, είναι η φιλοσοφικο-θεολογική κατηγορία της σχέσης (relation). Η Σύνοδος βασίζεται πάνω στην παραδοσιακή τριαδική θεολογία, σύμφωνα με την οποία τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ταυτίζονται με τις αμοιβαίες εσωτριαδικές σχέσεις τους. Αλλά επηρεάζεται, επίσης, από το σύγχρονο προσανατολισμό, σύμφωνα με τον οποίο ουσιαστικά το πρόσωπο αποτελείται από τη σχέση Εγώ-Εσύ.

Μ’ αυτό τον τρόπο η Σύνοδος ξεπερνάει την ιδέα ότι η Εκκλησία είναι κάτι το στατικό, το κλειστό, ένα esse in (ας θυμηθούμε την περίφημη διαμάχη από ποιους αποτελούνται τα μέλη της Εκκλησίας). Αντίθετα υπογραμμίζεται συνεχώς ότι, η Εκκλησία από τη φύση της είναι esse ad, δηλαδή μια κοινωνία που υπάρχει ακριβώς σαν κοινωνία, σαν βαθιά σχέση προσώπων, ανοικτή προς τα έξω, προς όλους τους ανθρώπους.

Η «γλώσσα» της Συνόδου

Για να ερμηνεύσουμε σωστά τα κείμενα της Συνόδου πρέπει να έχουμε υπόψη μας τις βιβλικές, πατερικές, θεολογικές και λειτουργικές μελέτες της τελευταίας πεντηκονταετίας. Απ’ αυτές προέρχονται οι περισσότερες βασικές ιδέες και ακόμη το ίδιο το λεξιλόγιο της Συνόδου.

Μια από τις κυριότερες ιδέες που επηρέασε τη Σύνοδο είναι η ιδέα του μυστηρίου (sacramentum) με την πλατειά του έννοια. Δηλαδή σαν γεγονός σωτηρίας. Ο Χριστός ο ίδιος που, μέσω της Εκκλησίας (γενικό μυστήριο σωτηρίας), μας πλησιάζει κατ’ ευθείαν με τις σωστικές του πράξεις και πραγματοποιεί σήμερα τη λύτρωσή μας.

Συναντάμε, επίσης, την τριλογία των λέξεων που χαρακτηρίζει τη βαθιά φύση της Εκκλησίας: Κοινωνία, Διακονία, Μαρτυρία.

Βρίσκουμε την καθιέρωση των αξιών που χαρακτηρίζει το προφητικό αξίωμα της Εκκλησίας. Πρόκειται για το ιερατικό, προφητικό και βασιλικό ρόλο του Λαού του Θεού. Επιτέλους οι λαϊκοί ανακαλύπτουν την αξία τους μέσα στην Εκκλησία.

Η Σύνοδος δίνει νέες διαστάσεις στα χαρακτηριστικά της Εκκλησίας. Έτσι η ενότητα συνδέεται με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα της Εκκλησίας και κυρίως με το ιστορικό δεδομένο της διάσπασης της χριστιανικής κοινότητας. Η καθολικότητα, ενώ δεν ξεχνά την ενότητα, εν τούτοις υπογραμμίζει και την ποικιλόμορφη ύπαρξη της Εκκλησίας και δέχεται, χάρη στην παγκοσμιότητά της, τα ήθη και έθιμα των λαών που την αποτελούν. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η υιοθέτηση, στη λειτουργική, της γλώσσας κάθε λαού. Η αποστολικότητα συνδέει και την ιδέα της κλήσης κάθε βαφτισμένου για την ιεραποστολική δράση. Η αγιότητα δεν αποκλείει το γεγονός ότι, η Εκκλησία έχει επίσης συνεχώς ανάγκη από εξαγνισμό (ecclesia semper purificanda est).

Τέλος η Σύνοδος υιοθετεί τη γλώσσα της σύγχρονης κουλτούρας π.χ. πρόσωπο με την έννοια που δίνει ο περσοναλισμός, ιστορία με τη σύγχρονη έννοια της λέξης, πολιτισμός κ.λπ.

Παραμένουν όμως ακόμη πολλά προβλήματα ανοικτά, όπως ο ορισμός της ιεροσύνης των πρεσβυτέρων σε σχέση με αυτή των επισκόπων και με το κοινό ιερατείο των πιστών, τα κριτήρια της διάκρισης των χαρισμάτων, η φύση και τα δικαιώματα της τοπικής Εκκλησίας.

Αυτό όμως που περισσότερο προβληματίζει είναι ότι, η νέα νοοτροπία της Συνόδου, μετά από 40 χρόνια, δεν έχει ακόμα διεισδύσει σε όλα τα στρώματα της Εκκλησίας. Η ένταση είναι αναπόφευκτη. Κι’ αυτό επειδή η Σύνοδος έχει ταράξει τα νερά, απαιτεί απ’ όλους μια βαθιά αλλαγή νοοτροπίας, πράγμα το οποίο δεν είναι πάντα εύκολο. Το Πνεύμα όμως που οδήγησε τους Πατέρες της Β΄ Συνόδου του Βατικανού στο έργο τους, οδηγεί και σήμερα όλη την Εκκλησία για την υλοποίηση του πνεύματος και των ιδανικών της Συνόδου.

π. Γιάννης Σπιτέρης
Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας

.

 
   


©2005 Catholic Church of Greece